ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

ΕΝΑΕΡΙΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ

Ἐγίνετο λόγος περί τῶν ἐναερίων ταξειδίων, τά ὁποῖα εἰσέρχονται, σύν Θεῷ, εἰς τήν κοινήν χρῆσιν.

– Ἐγώ νά σᾶς πῶ δέν ἐννοῶ νά ριψοκινδυνεύσω μέ τό νέον ὄχημα! εἶπεν ἕνας κύριος, συνοδεύων τήν δήλωσίν του μέ ἐμφαντικόν σχῆμα. Σᾶς χαρίζω καί τά ἀερόπλοια καί τά ἀεροπλάνα καί τά μονοπλάνα καί τά διπλάνα καί τά τριπλάνα καί ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδῶν τά ἐργαλεῖα. Ἐπιμένω εἰς τά παλαιά ἁπλᾶ καί ὡραῖα μέσα, μέχρι καί τοῦ ἀραμπᾶ, μέχρι καί τοῦ Μαρουσιώτικου γαϊδάρου.

– Καί ὅμως, ἄν ἐνθυμοῦμαι καλά, τοῦ παρετήρησε κἄποιος, εἶσθε ἀπό τούς πρώτους Ἕλληνας, ποῦ ἐπετάξετε εἰς τά ὕψη.

– Δέν τό ἀρνοῦμαι.

– Καί ἐδημοσιεύσατε μάλιστα καί τάς ἐντυπώσεις σας εἰς τάς ἐφημερίδας.

– Τάς ἐδημοσίευσα.

– Καί αἱ ἐντυπώσεις σας ἦσαν ἕνας ὕμνος πρός τήν νέαν ἡδονήν, ὕμνος ἀμφιβόλου μέν ποιήσεως, ἀλλά ὕμνος πάντοτε.

– Τό παραδέχομαι.

– Πῶς ἀπαρνεῖσθε λοιπόν τόν παλαιόν σας ἔρωτα;

Ὁ ἐξωμότης δέν ἐδυσκολεύθη νά ἀναπτύξῃ τούς λόγους τῆς διαγωγῆς του.

– Ἀκοῦστέ με, παρακαλῶ, κύριοι, καί κρίνατε! Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐπέταξα, ἁπλούστατα, μέ τό ἀεροπλάνον, διότι, ἐκτός τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος ἀεροπόρων, κανένας ἄλλος δέν ἐπετοῦσε. Τό πρᾶγμα εἶχε ποίησιν ἀκόμη, ἦτο κἄτι τι ἐξαιρετικόν καί σπάνιον. Ἐπί πλέον ἦτο ἕνας κίνδυνος. Τό νά πετάξῃ κανείς ἐθεωρεῖτο ἡρωϊσμός. Τόν ἐδακτυλοδεικτοῦσαν εἰς τόν δρόμον. Τόν ἐθαύμαζαν. Αἱ γυναῖκες τοῦ ἔκαμναν τά γλυκά μάτια. Αἱ ἐφημερίδες ἀνέφεραν τό ὄνομά του. Τώρα εἶνε ἕνας ἁπλοῦς ἐπιβάτης, ὑποχρεωμένος μάλιστα νά βαδίζῃ «πρός τά δεξιά». Ὁμολογῶ ὅτι δέν ἀξίζει πλέον τόν κόπον νά κινδυνεύσῃ κανείς.

– Ὥστε τότε ἐταξειδεύσατε ἐν γνώσει τοῦ κινδύνου;

– Βεβαιότατα! Ἡ ψυχή μου εἶχεν ἀναβῇ στά δόντια μου. Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται τήν ὠχρότητα τοῦ προσώπου μου. Ἀλλά μίαν φοράν κινδυνεύει κανείς εἰς τήν ζωήν του. Καί κινδυνεύει, ἐπί τέλους, διά τήν δάφνην τῆς δόξης. Δέν κινδυνεύει διά τήν εὐχαρίστησιν ἑνός πεζοτάτου ταξειδιοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Θεσσαλονίκην.

– Πεζοτάτου, εἴπατε; Ἀλλά σεῖς μᾶς εἴχατε περιγράψει τότε θαυμάσια πράγματα εἰς τάς ἐντυπώσεις σας. Ὡμιλούσατε διά τούς δρόμους τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο ἀπό ψηλά ὡς μικροσκοπικά φειδάκια. Ὡμιλούσατε διά τά βουνά, ποῦ ὡμοίαζαν μέ ἀστεῖες τοῦρτες. Ὡμιλούσατε διά τά σύννεφα, ποῦ ἐστρώνοντο ὡς χαλί κάτω ἀπό τά πόδια σας…

Ὁ τρομερός ἥρως τοῦ ἀέρος ἐχαμογέλασε:

– Καλέ τά ἐπιστεύσατε λοιπόν ὅλα αὐτά;

– Ὥστε δέν ὑπάρχουν;

– Ἠμποροῦν νά ὑπάρχουν καί νά τά εἶδαν ἄλλοι. Ἐγώ δέν εἶδα τίποτε. Ἐγώ, ἀπό τήν στιγμήν ποῦ ἀπεγειώθημεν, ἔκλεισα τά μάτια μου, διά νά μή βλέπω τίποτα καί ἐπανελάμβανα κατ’ ἰδίαν ὅλας τάς προσευχάς, ποῦ μ’ ἐδίδαξεν ἡ μητέρα μου, μέχρι τῆς στιγμῆς ποῦ ἐβεβαιώθην πλέον ὅτι πατῶ ἀσφαλῶς ἐπάνω εἰς τήν ὡραίαν αὐτήν γῆν.

– Καί ὅμως τότε εἴχατε εἰς τούς κοσμικούς κύκλους τήν ἐμφάνισιν ἑνός ἥρωος.

– Τό γνωρίζω πολύ καλά. Ἀλλά ὁ ἡρωϊσμός μου μ’ ἐπεσκέφθη τρεῖς ὁλοκλήρους ὥρας μετά τήν προσγείωσίν μου. Ὅταν ἐβεβαιώθην δηλαδή τελείως ποῦ εὑρίσκομαι. Τώρα δέν ἀξίζει οὔτε νά ἐνθυμοῦμαι πλέον τάς ἐνδόξους ἐκείνας ἡμέρας. Σήμερον τό ἀεροπλάνον μετακομίζει τόν ταχυδρομικόν σάκκον καί τόν διανομέα του μαζῆ. Ἡ ποίησίς του ἀπέθανεν.

Ἡ ὁμιλία ἐγίνετο ἐπάνω εἰς τόν ἐξώστην ἑνός ἐξοχικοῦ τράμ μετά τήν τελετήν τῆς Ἐθνικῆς Ἑορτῆς.

– Ὁπωσδήποτε, ἐκεῖ ἐπάνω δέν θά εἶνε κανείς στριμωγμένος κατ’ αὐτόν τόν τρόπον! τοῦ παρετήρησεν ὁ φίλος του.

– Καί χειρότερα! εἶπεν ὁ ἄνθρωπος ποῦ εἶχε πετάξει. Κἄπου ἐδιάβασα ὅτι τά ὀχήματα θά ἔχουν εἴκοσι θέσεις. Νά εἶσθε βέβαιος ὅτι εἰς τάς εἴκοσι αὐτάς θέσεις θά στριμώνωνται ἑξῆντα τοὐλάχιστον Ἕλληνες.

– Καί θά κρέμωνται κ’ ἐκεῖ σάν τά σταφύλια;

– Θά κρέμωνται τά θηρία! Καί πρό πάντων ᾗ γυναῖκες. Θά τάς ἰδῆτε!

– Ἀπελπισία λοιπόν καί ἀπό τά ἀεροπλάνα.

– Ἀπελπισία τελεία. Τό μόνον ἄνετον μέσον ταξειδίου, ἐξακολουθεῖ ν’ ἀπομένῃ, φίλε μου, τό γαϊδουράκι τῶν πατέρων μας. Ταξειδεύει κανείς ἀσφαλῶς, ταξιδεύει μόνος, ταξειδεύει ἀνέτως καί δέν τοῦ κλέβουν καί τό πορτοφόλι του. Πιστεύσατε ἕναν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος προσεγειώθη κατ’ εὐθεῖαν ἐκ τοῦ ἀεροπλάνου ἐπάνω εἰς τό σαμάρι ἑνός Μαρουσιώτικου γαϊδάρου. Καί εἶνε εὐτυχής.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Θά ἀφήσουμε τήν Κύπρο μόνη;

Εφημερίς Εστία
Ἡ ἀξία τῆς συμπαγοῦς στάσεως καί τοῦ διπλοῦ βέτο

Ὁ καλύτερος σύμμαχος

Μανώλης Κοττάκης
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ θερινή, κατά τήν διάρκεια τῶν μακρόσυρτων διακοπῶν τοῦ Ἀλέξη Τσίπρα σέ κάποιο νησί τοῦ Αἰγαίου

Ἅλμα 12 μονάδων στήν ψηφιακή διακυβέρνηση

Εφημερίς Εστία
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ θετική εἶναι ἡ πορεία τῆς Ἑλλάδος ἀναφορικῶς πρός τήν ἠλεκτρονική διακυβέρνηση…

Τά σινεμά εἶναι πολιτισμός, ὄχι βάρος

Δημήτρης Καπράνος
Λατρεύω τό σινεμά

Σάββατον, 24 Σεπτεμβρίου 1960

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ