Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 8 Μαρτίου 1926
Ἡ ἐκλεκτή συνεργάτις τῆς ἐφημερίδος –αἱ γυναῖκες, ὡς γνωστόν, μεταξύ τῶν ἄλλων, κατέκτησαν, ἐσχάτως, καί τόν Τύπον– εἰσῆλθεν εἰς τό γραφεῖον τοῦ φιλολογικοῦ ἀρχισυντάκτου, ἐπέταξε τό καπελάκι της, διώρθωσε τά μαλλιά της, μέ ἐμπνευσμένην χειρονομίαν, ἄναψε τό σιγαράκι της καί ἄρχισε νά γράφῃ τό χρονικόν της. Ὁ ἀρχισυντάκτης ἅρπαξε τόν μικρόν τροχόν τοῦ τηλεφώνου, τόν περιέστρεψε νευρικά, ἔφερε τό ἀκουστικόν στό αὐτί του καί ἄρχισε νά συνεννοεῖται:
-Ἐσύ εἶσαι Μαρία;
-…
-Ξέρεις μέ ποίαν βρίσκομαι αὐτή τή στιγμή στό γραφεῖο μου;
-…
-Λοιπόν βρίσκομαι μέ τήν κυρίαν…
Ἐπρόφερε, γλυκύτατα, τό ὄνομα τῆς συνεργάτιδος καί ἔσπευσε νά προσθέσῃ:
-Σέ παρακαλῶ, λοιπόν, νά μή βιασθῇς νά ἔλθῃς στό γραφεῖο.
Ἀπό τό ἄλλο ἄκρον τοῦ σύρματος, τό ὁποῖον κατεῖχεν ἡ μνηστή τοῦ ἀρχισυντάκτου, δέν εἶνε δυνατόν νά γνωρίζωμεν ποῖος ἦχος ἤ φθόγγος εἶχε φθάσει. Τόν ὑπεδέχθη ὅμως ἕνας Ὁμηρικός, ἀμφίβολος καγχασμός;
Χά, χά, χά!
Ἡ συνεργάτις ἄρχισε νά ἀνησυχῇ. Ὁ κονδυλοφόρος τῆς ἔπεσεν ἀπό τά δάκτυλα. Τό σιγαράκι ἐκρεμάσθη ἀπό τό ἄκρον τοῦ χείλους της.
-Καλέ τί κάνετ’ ἐκεῖ; Τί θά ὑποθέσῃ ἡ μνηστή σας; Τί θέλετε νά ὑποθέσω, ἐπί τέλους, ἐγώ:
Ὁ ἀρχισυντάκτης, χωρίς ν’ ἀνησυχήσῃ ἀπό τήν ταραχήν τῆς συνεργάτιδός του, ἐξανακουδούνισε πρός ἄλλην διεύθυνσιν:
-Ἡ κυρία Α;
-….
-Καλημέρα σας, κυρία μου! Μήπως ἔχετε τήν περιέργειαν νά μάθετε μέ ποίαν εἶμαι κλεισμένος, αὐτή τή στιγμή, στό γραφεῖο μου;
Ἀλλά, πρίν προφθάσῃ νά ἀρθρώσῃ τό ὄνομα τῆς ὡραίας φιλοξενουμένης του, ἐκείνη ὥρμησε πρός τό γραφεῖον του, τοῦ ἅρπαξε τό ἀκουστικόν ἀπό τό χέρι καί ἀπεσόβησε τό ἀκουστικόν ἀπό τό χέρι καί ἀπεσόβησε προσωρινῶς τόν κίνδυνον.
-Μά αὐτή δέν εἶνε κατάστασις, φίλε μου. Δέν ξέρω τί νά ὑποθέσω πλέον. Ἐπί τέλους αὐτό, ποῦ κάνετε, δέν εἶνε τίμιον, δέν εἶνε ἀνδρικόν. Μέ ἀναγκάζετε νά φύγω ἀπό τό γραφεῖο σας καί νά μήν ξαναπατήσω πιά…
Ὁ ἀρχισυντάκτης, ὁ ὁποῖος ἐνώπιον τῆς τρομερᾶς ἐκρήξεως ἐτήρει στάσιν ὀλυμπίας γαλήνης, ἐπροσπάθησε νά ἀποσπάσῃ τό ἀκουστικόν ἀπό τά χέρια τῆς τρομοκρατημένης γυναικός.
-Ἀφῆστε με νά τηλεφωνήσω.
-Ποῦ θά τηλεφωνήσετε;
-Εἰς ὅλην τήν πόλιν. Θά ἀναγγείλω, ὅτι εὑρίσκομαι τέτ-ά τέτ μαζί σας καί ὅτι ἐπιθυμῶ νά μή μ’ ἐνοχλήσῃ κανείς.
-Δέν θά σᾶς ἀφήσω. Τρελλαθήκατε;
Ὁ ἀρχισυντάκτης ἐπίεσε τότε ἕνα ἠλεκτρικόν κουμπί τοῦ γραφείου του, μέ τήν ἰδίαν ἀπάθειαν. Ὁ χρονογράφος τῆς ἐφημερίδος παρουσιάσθη.
-Ὅταν τελειώσετε τό χρονογράφημά σας θά τό στείλετε, κατ’ εὐθεῖαν, στό τυπογραφεῖον, χωρίς νά μ’ ἐνοχλήσετε. Ἐπιθυμῶ νά μείνω μόνος μέ τήν κυρίαν. Ἀπουσιάζω γιά ὅλους…
Ἡ συνεργάτις ὕψωσε φωνήν ἱκεσίας πρός τόν συνάδελφόν της.
-Μή φεύγετε, κύριε! Πρός Θεοῦ! Θά μέ ὑποχρεώσετε νά μείνετε ἐδῶ, ἕως ὅτου νά τελειώσω τό χειρόγραφό μου. Σέ δύο λεπτά τελειώνω…
Ὁ ἀρχισυντάκτης ἐπροχώρησε πρός τήν θύραν καί τήν ἔφραξε μέ τό πελώριον ἀνάστημά του, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἐκεραύνωνε μέ τρομερόν μειδίαμα τήν ἀλλόφρονα γυναῖκα.
-Γιατί ταράττεσθε, κυρία μου; Ὁ συνάδελφος δέν εἶνε ξένος. Γνωρίζει ὅλους τούς ἔρωτάς σας τόσον καλά, ὅσον κ’ ἐγώ. Δέν ἔχει μάθῃ τίποτε περισσότερον. Κάθε βράδυ γίνονται διαλέξεις, ἐδῶ μέσα, ἐπί τῆς ἐρωτικῆς σας ἱστορίας…
Ἦτο πάρα πολύ πλέον! Ἡ δυστυχισμένη κυρία δέν ἠμποροῦσε ν’ ἀνεχθῇ περισσότερον τόσην χυδαιότητα ἀπέναντί της.
-Τούς ἔρωτάς μου; Ποιούς ἔρωτάς μου;…
Καί ἀνελύθη εἰς δάκρυα.
Ὁ ἀρχισυντάκτης ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο καιρός πλέον νά κατεβάσῃ τήν αὐλαίαν ἐπί τῆς κωμωδίας, ποῦ εἶχεν ἀρχίσει νά ἐξελίσσεται εἰς τραγωδίαν.
-Ἡσυχάστε, κυρία μου! εἶπεν εὐγενέστατα. Μέ ἐξελάβατε ὡς ἕνα χυδαῖον. Σᾶς ἔπαιξα ἁπλῶς μίαν κωμωδίαν μέ «θέσιν». Καί ἡ «θέσις» τῆς κωμωδίας, διά τήν ὁποίαν σᾶς ζητῶ βαθύτατα συγγνώμην, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἔχετε τάλαντον, ἔχετε πνεῦμα, ἔχετε ὕφος. Σᾶς λείπει ὁ ζεμανφουτισμός. Καί χωρίς ζεμανφουτισμόν δέν μπορεῖ νά ἐννοηθῇ δημοσιογράφος, οὔτε ἀρσενικός, οὔτε θηλυκός. Τώρα μπορεῖτε νά ἐξακολουθήσετε τό χρονικόν σας ἀπολύτως ἥσυχη…
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

