ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

ΝΥΚΤΕΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 5 Μαΐου 1918

Οἱ ἐρασταί τῆς νυκτός εὑρίσκονται εἰς συγκίνησιν. Ἡ ζωή των ξαναρχίζει τώρα, ὕστερα ἀπό μίαν μακράν χειμερίαν νάρκην. Διότι οἱ ἐρασταί τῆς νυκτός τώρα πράγματι ἀρχίζουν νά ζοῦν. Ὅλον τόν χειμῶνα τόν ἐπέρασαν ναρκωμένοι, ὅπως ἡ χελῶνες μέσα εἰς τό καυκί τους. Καί οὔτε πρέπει νά συγχέωνται πρός τούς ξενύχτηδες τοῦ πρασίνου τάπητος καί τῶν κοσμικῶν συγκεντρώσεων. Αὐτοί ζοῦν τήν νύκτα, ὅπως θά ἐζοῦσαν καί τήν ἡμέραν. Εἶνε οἱ παράσιτοι τῆς νυκτός καί ἡ ἐντροπή της. Καί δέν γνωρίζουν τίποτε ἀπό τήν ποίησιν καί τά μυστήριά της.

Οἱ ἀληθινοί ἐρασταί τῆς νυκτός εἶνε αὐτοί ποῦ ἀρχίζουν νά ζοῦν ἀπό σήμερον διά νά περιπέσουν πάλιν εἰς τήν χειμερίαν των νάρκην μέ τάς πρώτας βροχάς τοῦ φθινοπώρου. Καί δέν πρέπει πάλιν νά τούς συγχύσωμεν μέ τόν ὄχλον ποῦ γεμίζει τάς πλατείας, τά θέατρα, τά περιγιάλια μέχρι τῶν μεσονυκτίων ὡρῶν ἤ καί ὀλίγον πέραν, καραδοκῶν τό τελευταῖον τράμ ἤ τόν τελευταῖον σιδηρόδρομον διά νά ἐπανέλθῃ εἰς τά ἴδια. Ὁ ἐραστής τῆς νυκτός ἀρχίζει νά ζῇ μέ τό πρῶτον φύσημα τοῦ ἀπογείου, τό ὁποῖον ἀρχίζει συνήθως μετά τά μεσάνυχτα, καί δέν ἀφίνουν τήν ἐρωμένην τους παρά τήν στιγμήν ποῦ κινδυνεύουν ν’ ἀντικρύσουν τόν πεζότατον ἥλιον.

– Καί τί ἔκαμνες ὅλον τόν χειμῶνα; ἐρώτησα ἕνα ἀπό τούς ἐκλεκτούς αὐτούς ἀνθρώπους.

– Ἐκοιμώμουν, ἁπλούστατα! μοῦ εἶπεν. Ἔπεφτα ἀπό τάς ἐνηάμισυ κι’ ἐξυπνοῦσα τῇς ἄλλες ἐνηάμισυ. Ἔκαμνα δηλαδή τήν κούραν τοῦ ὕπνου.

– Δέν ἐπῆγες ποτέ σου εἰς θέατρον;

– Ποτέ.

– Εἰς συναναστροφήν;

– Οὔτε.

– Εἰς χαρτοπαίγνιον;

– Ἔπαιζα πόκερ τήν ἡμέραν. Τήν νύκτα οὐδέποτε.

– Καί ἀπό τώρα κ’ ἐμπρός ποῖον εἶνε τό ὡράριον τῶν νυκτῶν σου;

– Βγαίνω ἀπό τό σπίτι μου τά μεσάνυχτα καί ἐπιστρέφω στῇς τέσσερες, ὅταν δέν ἐπιστρέφω στῇς πέντε. Μεταξύ τῶν ὡρῶν αὐτῶν περνᾷ ἡ ἀριστοκρατική μου ζωή.

– Ἀριστοκρατική εἶπες;

– Ὅ,τι ὑπάρχει ἀριστοκρατικώτερον! Οἱ ἄνθρωποι, ποῦ ζοῦν τάς ὥρας αὐτάς, εἶνε οἱ κατ’ ἐξοχήν ἀριστοκράται. Ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς καί ἀστικῆς καταστάσεως. Καί ὁ τελευταῖος μέθυσος, ποῦ τρικλίζει κατά τάς πρωινάς ὥρας ἐπί τῆς τεθλασμένης γραμμῆς, ποῦ συνδέει τό ἐξοχικόν μαγαζάκι μέ τό σπίτι του, εἶνε καί αὐτός περισσότερον ἀριστοκράτης ἀπό ἕνα βαρῶνον. Ζῇ τήν στιγμήν, ποῦ ἀποσύρονται οἱ ὄχλοι ἀπό τήν κυκλοφορίαν καί τήν στιγμήν ποῦ μένουν, κάτω ἀπό τά ἄστρα οἱ ποιηταί τῆς ζωῆς. Αὐτοί δέν ὁμιλοῦν περί ὑποθέσεων, δέν κανονίζουν τάς ἐργασίας των, ποῦ ἀφῆκαν ἡμιτελεῖς τήν ἡμέραν, δέν κάμνουν τήν νύκτα πεζήν συνέχειαν τῆς ἡμέρας. Αὐτοί σιωποῦν, ρεμβάζουν, φιλοσοφοῦν, ἀναπνέουν καί περιφρονοῦν. Εἶνε οἱ ἄνθρωποι τούς ὁποίους ἠμπορεῖτε νά ἐμπιστευθῆτε ἀπολύτως, νά ἐκτιμήσετε τελείως, νά ἀγαπήσετε, χωρίς φόβον ἀπογοητεύσεως. Διότι αὐτοί ἀποτελοῦν τήν ἀριστοκρατίαν τῆς νυκτός, τήν μεγάλην ἀριστοκρατίαν.

– Δέν θά ὑπῆρχε φόβος, τοῦ εἶπα, νά τούς συγχύσῃ κανείς μέ τούς νυκτοδιαίτους κακοποιούς;

– Ἰδού μία πλάνη! μοῦ ἀπήντησε. Κανείς κακοποιός, κανείς ἔμπορος τῆς νυκτός, δέν ζῇ τάς ὥρας αὐτάς. Καί σέ παρακαλῶ νά πιστεύσῃς εἰς τήν προσωπικήν μου πεῖραν. Οἱ ἔμποροι τῆς νυκτός διεξάγουν τό ἐμπόριόν τους κατά τάς ὥρας πού οἱ πεζοί νοικοκυραῖοι ἀπουσιάζουν σύν γυναιξί καί τέκνοις ἀπό τά σπίτια τους, εἰς τήν νενομισμένην νυκτερινήν ἔξοδον. Καί, ἐπειδή καί αὐτοί εἶνε πεζότατατοι νοικοκυραῖοι, πηγαίνουν νά κοιμηθοῦν μαζῇ μέ τούς ἄλλους νοικοκυραίους. Κατόπιν μένομεν ἐμεῖς διά τήν ὑψηλήν μυσταγωγίαν τῶν ἱερῶν ὀργίων.

Αὐτά μοῦ εἶπεν ὁ ἐραστής τῆς νυκτός. Καί ὁμολογῶ ὅτι τόν ἤκουσα μέ προσοχήν καί μέ συγκίνησιν. Μέ τήν ἰδίαν συγκίνησιν, πού ἔκλαυσα κἄποτε ἕναν ἄλλον ὡραῖον ἐραστήν τῆς νυκτός, ἀπό τά μεγάλα γλαυκά μάτια τοῦ ὁποίου ἔκρυψε σκληρότατα τά ἄστρα ἡ μαύρη φτερούγα τοῦ θανάτου. Καί κἄποιοι στίχοι ἐμοιρολόγησαν, μίαν ἐρωτικήν νύκτα, τόν χαμόν του: Μάταια σ’ ἀποζήτησεν ἐχθές τό νέο φεγγάρι,/Τῆς Νύχτας ἀγαπητικέ, σ’ ἀκρογιαλιά, σέ κῦμα,/Τώρα ἡ νυχτιά ἡ ἀφέγγαρη ἐσένα σ’ ἔχει πάρει,/Καί τό φεγγάρι ἁπλώθηκε κρύο στό κρύο σου μνῆμα.

Οἱ ἐρασταί τῆς νυκτός ἄς μή λησμονοῦν τόν ἄμοιρον ποιητήν καί συνάδελφόν τους εἰς τά μνημόσυνά των.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἀσυμπτωματικοί ἀπάτριδες

Εφημερίς Εστία
Σκανδάλισε τούς «κοσμοπολῖτες» ἡ Σημαία, ἡ Παναγία καί τά τάνκς στήν πρόσοψη τῆς Βουλῆς γιά τόν ἑορτασμό τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων

Silence «Ἀμερικανάκια»!

Μανώλης Κοττάκης
ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ τί συνέβη μέχρι καί μέ τήν τελευταία ψῆφο στήν Πολιτεία τοῦ Οὐισκόνσιν…

Ἀφορολόγητος ἡ ἀποζημίωσις γιά τά ἀκίνητα

Εφημερίς Εστία
Κατατίθεται τροπολογία γιά τά «κουρεμένα» ἐνοίκια

Ὅταν τό ἄδειο κουτί γίνεται διά μιᾶς μαγικό

Δημήτρης Καπράνος
Kι ἐκεῖ πού οἱ ὧρες τοῦ ἐγκλεισμοῦ βαραίνουν καί…

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 1960

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ