Ἐμεῖς θά σχεδιάζουμε καί θά ἐλπίζουμε

«Ἀρχιμηνιά κι ἀρχιχρονιά».

Γέμιζαν οἱ δρόμοι παιδιά, πρόσωπα χαμογελαστά καί φωνοῦλες παιδικές, πού τραγουδοῦσαν τά κάλαντα. «Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται καί δέν μᾶς καταδέχεται». Κι ἐγώ ἀναρωτιόμουν «πῶς δέν μᾶς καταδέχεται ἀφοῦ ἐπικαλούμενοι τό ὄνομά του κερδίζουμε;».

«Δές κι ἐμέ τό παλληκάρι» ἔλεγα, μέ τά γυαλάκια μου πού «ἔπιαναν» στό αὐτί μέ ἕνα γυριστό σύρμα. Φοροῦσα γυαλιά ἀπό ἕξι ἐτῶν, ὅταν ὁ ὀφθαλμίατρός μας, ὁ κύριος Κωνσταντόπαις, μέτρησε 5,5 βαθμούς στά μάτια μου.

Καί τά ἀφαίρεσα πολλές δεκαετίες ἀργότερα, ὅταν τά «λέιζερ» ἔθεσαν ἐκτός ὀφθαλμῶν μου τήν μυωπία. «Παπποῦ, πιό καλός ἤσουν μέ τά γυαλιά» μοῦ εἶπε ἡ Σταματίνα καί ὀφείλω νά συμφωνήσω.

«Βαστᾶ εἰκόνα καί χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή» ἔλεγα καί δέν γνώριζα τί σημαίνουν κάποιες λέξεις. Ποιός, ὅμως, ἔδινε σημασία στίς λεπτομέρειες;

Ἦταν ἡ ἐποχή πού εἶχαν ἀρχίσει νά ὑψώνονται οἱ πρῶτες πολυκατοικίες. Καί ἀποτελοῦσε γιά ἐμᾶς ἐμπειρία νά χτυποῦμε τά κουδούνια, νά ἀνεβοκατεβαίνουμε μέ τόν ἀνελκυστῆρα καί νά μᾶς ἀνοίγουν οἱ πόρτες στά διαμερίσματα. Ἀπό μιά πολυκατοικία μπορούσαμε νά εἰσπράξουμε πολλά περισσότερα χρήματα. Καί τό συμπέρασμα ἦταν ὅτι «ἡ πολυκατοικία συμφέρει».

Τά κάλαντα τά τραγουδούσαμε καί στά λεωφορεῖα καί στόν «Ἠλεκτρικό». Κι ἐκεῖ ὑπῆρχε πιθανότητα γιά μεγαλύτερες «εἰσπράξεις». Ἰδιαίτερα γιά τήν παρέα μας, πού διέθετε «τριγωνάκι», μελόντικα, κιθάρα καί φυσαρμόνικα καί εἶχε μεγάλο «σουξέ». Ἦταν τό χάραμα τῆς δεκαετίας τοῦ ἑξῆντα, τότε πού ἡ Ἑλλάδα ἄλλαζε θεαματικά. Ἡ μητέρα μας, κάθε βράδυ, κάνοντας τόν σταυρό της ἔλεγε: «Ὁ Θεός νά ἔχει καλά τόν Καραμανλῆ» καί ὁ πατέρας τήν κογιονάριζε.

«Πρόσεξε μήν τοῦ πέσουν τά φρύδια» τῆς φώναζε σκωπτικά καί ἡ –φανατική ἐθνικόφρων– Μανιάτισσα ἀπαντοῦσε: «Τόν ζηλεύετε ἐπειδή εἶναι κοῦκλος!»… Ἡ Ἑλλάδα, πάντως, ἄλλαζε. Κι αὐτό ἐμεῖς, πού μέναμε σέ μιά πόλη μέ πολλά προβλήματα, στήν Νίκαια, τό διαπιστώναμε καθημερινά, καθώς ὁ οἰκοδομικός ὀργασμός, πού πῆρε διαστάσεις φρενίτιδας στήν δεκαετία τοῦ ’70, φαινόταν μέ γυμνό μάτι. Οὔτε πού τό κατάλαβα πῶς πέρασαν τόσες παραμονές Πρωτοχρονιᾶς. «Ἔχεις καταλάβει πόσων ἐτῶν εἶσαι;» μοῦ λέει ἡ σύντροφος ὅποτε ἐπιχειρήσω νά ἀνέβω σέ μιά σκάλα, νά παίξω ποδόσφαιρο μέ τά παιδιά στήν πλατεῖα, νά σηκώσω (εὔκολα ἀκόμη) κάποιο βάρος. Ἔχω τήν ἀπάντηση ἕτοιμη. «Δέν ξέρω πόσο εἶμαι, ξέρω πόσο αἰσθάνομαι» καί κάνω τοῦ κεφαλιοῦ μου. Καί πάντα, τήν Παραμονή τῆς Πρωτοχρονιᾶς, θά εὐχηθῶ «Καί τοῦ χρόνου», ἔχοντας πάντα κατά νοῦν ὅτι φορτώθηκα στήν πλάτη μου ἕναν ἀκόμη ἐνιαυτόν, χωρίς αὐτό νά μοῦ προκαλεῖ ἄγχος. «Μετά τά ἑξῆντα, κάθε μέρα πού περνᾶ εἶναι κέρδος» ἔλεγαν ὁ πατέρας μου καί οἱ φίλοι του.

Βεβαίως, ἄλλο ἦταν τό «προσδόκιμον» στήν ἐποχή τους. Τώρα, αὐτά τά λένε ὅσοι πατοῦν τά… ὀγδόντα!

Ἄς εἶναι νά ἔλθει ὁ νέος ἐνιαυτός μέ δῶρα πού δέν τά περιμένουμε. Ἐμεῖς, ὅπως κάθε χρόνο, θά εὐχηθοῦμε καί θά ἐλπίζουμε. Αὐτός εἶναι ὁ σωστός τρόπος γιά νά ἀντιμετωπίζεις τόν χρόνο. Νά ἐλπίζεις καί νά σχεδιάζεις. Αἴσιον καί εὐτυχές τό νέον ἔτος, ἀγαπητοί. Καί νά εἴμαστε μαζί γιά πολλά χρόνια ἀκόμη!

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ