Τίς τελευταῖες ἡμέρες παρηκολούθησα στό Netflix τήν σειρά «Σίφουνας», ἕνα πολιτικό θρίλλερ νοτιοκορεατικῆς παραγωγῆς, τό ὁποῖο ἑστιάζει στήν σφοδρή σύγκρουση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Πάρκ Ντόνγκ-χό καί τῆς Ἀναπληρωτρίας Πρωθυπουργοῦ Τζόνγκ Σού-τζίν
Ἡ πλοκή ἐξελίσσεται κατόπιν μίας ἀποπείρας δολοφονίας κατά τοῦ Προέδρου, μέ σκοπό τήν ἀποκάλυψη τῆς συστημικῆς διαφθορᾶς καί τῆς διαπλοκῆς τῆς κυβερνήσεως μέ τά μεγάλα οἰκονομικά τράστ. Μέσα ἀπό τό καταιγιστικό αὐτό πολιτικό «σκάκι», ἡ σειρά ἀναδεικνύει ἰδιαιτέρως βαθειά καί διαχρονικά κοινωνικά καί ἠθικά διδάγματα.
Τό κεντρικό δίλημμα τῆς σειρᾶς ἀφορᾶ στό ἄν ἐπιτρέπεται νά χρησιμοποιήσεις παράνομες, ἀνήθικες ἤ ἀκόμη καί βίαιες μεθόδους, προκειμένου νά ἐπιτύχεις ἕναν ἀνώτερο καί δίκαιο σκοπό. Ὁ πρωταγωνιστής ξεκινᾶ μέ τήν πρόθεση νά ἐκκαθαρίσει τήν χώρα ἀπό τήν διαφθορά, ἀλλά στήν πορεία ἐξαναγκάζεται νά παίξει «βρώμικα», ἀποκαλύπτοντας τίς πλέον σκοτεινές πτυχές τῆς ἐξουσίας: Τό πῶς χάνονται τά ὅρια μεταξύ τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ γενικοῦ καλοῦ καί τῶν ἀθεμίτων πρακτικῶν γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ στόχου.
Πῶς εἶναι δυνατόν ἕνας ἡγέτης καλῶν προθέσεων νά ἐξελιχθεῖ σέ ἕναν ἀδυσώπητο ὑπολογιστή ἄνευ ἠθικῶν φραγμῶν. Πῶς ἕνας φαινομενικῶς ἔντιμος ἄνθρωπος μέ ἀρχές διαβρώνεται καί «τυφλώνεται» ἀπό τήν ἐξουσία.
Μπορεῖ ἡ σειρά νά παρουσιάζει τά γεγονότα καί τούς «διαδρόμους» τῆς ἐξουσίας μέ μία δόση ὑπερβολῆς, ὡστόσο ἀντικρύζει τό θέμα μέ μία ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια. Παρουσιάζει μέ δεξιοτεχνία τό τίμημα τῶν ἠθικῶν συμβιβασμῶν. Κάθε μικρός ἤ μεγάλος συμβιβασμός πού διαπράττει ἕνας ἄνθρωπος «γιά τό κοινό καλό» λειτουργεῖ ὡς χιονοστιβάδα. Ἡ σειρά μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ διαφθορά δέν εἶναι ἐν τῇ γενέσει της ἀσθένεια, ἀλλά οἰκοδομεῖται βῆμα-βῆμα, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀρχίζουν νά δικαιολογοῦν τίς μικρές τους ὑποχωρήσεις ὡς πρός τίς ἀξίες τους.
Μικρές ὑποχωρήσεις πού στό τέλος καθίστανται μεγάλες. Οἱ πολιτικοί ἀντίπαλοι πιστεύουν ὅτι δύνανται νά ἐλέγξουν τίς ἐξελίξεις μέσῳ ἐκβιασμῶν, ἀνιέρων συμμαχιῶν καί στρατηγικῶν κινήσεων. Ὡστόσο, ὅπως ὑποδηλώνει καί ὁ τίτλος τῆς σειρᾶς («Σίφουνας»), τά γεγονότα ἀποκτοῦν τήν δική τους καταστροφική δυναμική, παρασύροντας τούς πάντες στό πέρασμά τους, ἀκόμη καί αὐτούς πού ἐνόμιζαν ὅτι κινοῦσαν τά νήματα. Καί κάπως ἔτσι τό θῦμα στό τέλος γίνεται θύτης.
Καί εἶναι γεγονός ὅτι ὁρισμένα στοιχεῖα τῆς σειρᾶς τά συναντοῦμε καί στήν ἐποχή μας: Ἡγεσίες κατώτερες τῶν περιστάσεων πού ἀλλάζουν τροχιά καί κατεύθυνση, ἀναλόγως πρός τίς συγκυρίες. Ἄνθρωποι πού εἶναι προσκολλημένοι στίς καρέκλες τους, προκαλῶντας ἀνυπολόγιστο ζημία στήν χώρα τους. Κατάλυσις τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου χάριν τῆς συναλλαγῆς καί τοῦ εὐκαιριακοῦ κέρδους. Χαρακτῆρες πού δέν διστάζουν νά χρησιμοποιήσουν τήν εἰσαγγελία, τήν ἀστυνομία καί τίς μυστικές ὑπηρεσίες ὄχι γιά τήν ἀπόδοση δικαιοσύνης, ἀλλά ὡς ὅπλα γιά νά ἐξοντώσουν τούς πολιτικούς τους ἀντιπάλους.
Στρατηγικές μάχες πού δέν δίδονται μόνον κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἀλλά καί στά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως. Μία διαρροή, ἕνα μονταρισμένο ἠχητικό ἤ μία ἐλεγχομένη ἀποκάλυψις ἀρκοῦν γιά νά ἀλλάξουν τήν γνώμη τοῦ κοινοῦ ἐντός ὀλίγων ὡρῶν.
Ὁ κόσμος παρακολουθεῖ τίς ἀποκαλύψεις περί διαφθορᾶς μέ μιά μείξη ὀργῆς καί ἀπαθείας, καθώς ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὅλοι οἱ πολιτικοί –ἀνεξαρτήτως παρατάξεως– καταλήγουν νά πράττουν τά ἴδια. Αὐτή ἡ διάχυτος κρίσις ἐκπροσωπήσεως καί ὁ ἔντονος πολιτικός κυνισμός εἶναι σημεῖα τῶν καιρῶν. Εἶναι αὐτό πού πολλοί πολιτικοί ἐπιστήμονες ὀνομάζουν «δημοκρατική κόπωσις». Οἱ πολῖτες νοιώθουν ὅτι «τίποτε δέν ἀλλάζει», γεγονός πού ὁδηγεῖ εἴτε στήν ἀποχή εἴτε στήν ἄνοδο λαϊκιστικῶν καί ἀκραίων κινημάτων, πού ὑπόσχονται νά «γκρεμίσουν τό κατεστημένο», ἀκριβῶς ὅπως ὑπόσχεται καί ὁ Πρωθυπουργός στήν σειρά.



