Δέν πιστεύω στίς ὄμορφες πόλεις.
Πιστεύω στίς ὄμορφες ψυχές.
Ὡραῖες εἶναι οἱ πόλεις πού κατοικοῦνται ἀπό ὡραῖες ψυχές. Ἄδολες ψυχές. Ρομαντικές, ὀραματικές, συναισθηματικές, οὐτοπικές. Ἡ οὐτοπία εἶναι ἄλλως τε τό μισό τῆς διαδρομῆς. Ὡραῖες εἶναι οἱ πόλεις τῆς μικρῆς κλίμακας. Ὄχι τῆς μεγάλης. Στήν μικρή κλίμακα δοκιμάζονται οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων.
Ἔτσι ἀγάπησα τήν Κομοτηνή. Μέσα ἀπό τίς ψυχές της καί μέσα ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα τῆς μικρῆς κλίμακας, ἡ ὁποία, ὅταν πῆγα ὡς φοιτητής, ἦταν σέ προφανῆ δυσαρμονία μέ τό ἐξωτερικό περιβάλλον. Τί σημασία εἶχε αὐτό ὅμως; Ἀγαπῶντας τίς ψυχές, ἀγάπησα καί τόν τόπο! Τόν ὅρισα σέ πρωτεύουσα τῆς καρδιᾶς μου.
Ὁ Θανάσης Γκαϊφύλλιας εἶναι μία ἀπό τίς ὡραῖες ψυχές πού μέ βοήθησαν νά ἀγαπήσω τήν Κομοτηνή παράφορα. Καί κατά τοῦτο εἶναι μέρος τῆς ζωῆς μου. Ὅταν ἔφθασα στήν πόλη, τό 1986, κυκλοφοροῦσε ἤδη τό δεύτερο ἄλμπουμ του μέ τό διάσημο τραγούδι πού ἐμφάνιζε τότε τήν Κομοτηνή «λησμονημένη καί γυμνή νά κοιτᾶ κρυφά τό αὔριο πίσω ἀπό τίς γρίλιες». Μέ προέτρεψαν νά τόν γνωρίσω ὁ ἀείμνηστος ἐκδότης τοῦ «Χρόνου» Ἀλέκος Φανφάνης καί ἡ Μελαχροινή Μαρτίδου, ἕνα πρωί, τήν ὥρα πού πίναμε σαλέπι στά γραφεῖα τῆς ἐφημερίδας, στήν ὁδό Καβείρων.
Τό δισκάδικο τοῦ Θανάση, τό περίφημο «Κύτταρο», πού ἦταν στά πέριξ τῆς πλατείας Εἰρήνης μέ τούς μεγάλους πλατάνους, βρισκόταν μιά ἀνάσα ἀπό τόν «Χρόνο». Ἦταν διαγώνια ἀπέναντι ἀπό τά διάσημα καταστήματα πωλήσεως καφέ «Κέκκερη» καί «Τσολάκη», πίσω ἀπό τόν τότε φοῦρνο τοῦ Κυριαζῆ καί τό ρεστωράν «Ἀδέλφια», ἑκατό μέτρα ἀπό τά ὀπτικά τῆς γλυκιᾶς Ἀρμένισας «Κασπαριάν». Ἤμουν τυχερός.
Γνώρισα μιά εὐγενική ψυχή. Μιά καρδιά χωρίς σύνορα. Ἕναν ἄνθρωπο φωτεινό, χαμογελαστό, τοῦ «προοδευτικοῦ χώρου», ἀλλά πού διατύπωνε ἄποψη μέ ἔγνοια γιά τόν τόπο καί τό κοινό καλό, χωρίς κομματικές παρωπίδες και ἄχρηστες ἰδεοληψίες. Μέ ὁμιλία βροντερή, ἀργή, σταθερή, στρογγυλή, ντροπαλή, ἄν χρειαζόταν καί καταγγελτική, μέ τό λάμδα του νά εἶναι στήν κατάληξή του ἀριστοκρατικό καί θρακικό, ὄχι βαρύ σάν τοῦ ὑπόλοιπου Βορρᾶ τοῦ «χαΛαρά». Περίοπτο θέση στό «Κύτταρο» εἶχε ἡ κιθάρα του. Ἐάν τήν εἶχε μαζί του, ὁπουδήποτε και ἄν βρισκόταν ὁ Θανάσης, μποροῦσε νά σχηματίσει «κυβέρνηση» μέ τούς θαμῶνες σέ χρόνο-ρεκόρ. Ὁ ὡραιότερος «Πρωθυπουργός».
Γίναμε φίλοι γιά μιά ζωή χωρίς νά τό καταλάβουμε. Καί μέ ἐκεῖνον καί μέ τήν σύζυγό του Λία Τσιαμπάζη, τῆς ὁποίας ἡ φωνή μέ ξεσήκωνε στήν «Ἀτέλειωτη Ἐκδρομή». Ὄχι βεβαίως φίλοι σάν αὐτούς πού παίζουν σφαλιάρες ἀπό τά παιδικά τους χρόνια. Φίλοι ἀκριβοί! Πού ὅταν ζητήσει κάτι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο, ἀκόμη καί ἄν ἔχουν νά μιλήσουν χρόνια, ἐκεῖνος εἶναι ἐκεῖ. Παρών! Ὅπως πρό δύο-τριῶν ἐτῶν, ὅταν ὁ Θανάσης κατέβηκε γιά κάποιες ἐμφανίσεις στήν Ἀθήνα καί θέλησε νά δειπνήσουμε. Παράτησα τήν δουλειά, τά «βαρυσήμαντα» ραντεβοῦ μέ Ἀθηναίους ἀσήμους, καί ἔτρεξα ἀμέσως. Εἶναι τό κουμπί μου: Ἅμα ἀκούῳ Κομοτηνή, εἶναι σάν νά κτυπάει μέσα μου ταμποῦρλο. Γεννήθηκα Ἕλληνας, ἀλλά στήν Κομοτηνή ἔγινα Ἕλληνας. Ὁ Γκαϊφύλλιας ἔχει συνεισφορά στήν διαμόρφωση τῆς ταυτότητάς μου.

Ἕνας τρόπος για νά γίνω Ἕλληνας ἦταν ὁ Ἐθνικός Ὕμνος σέ στάση προσοχῆς στό Ἡρῶο «Σπαθί» κάθε πρωί καί κάθε βράδυ. Τότε κατάλαβα ποῦ βρίσκομαι. Ἕνας ἄλλος τρόπος ήταν ἡ ἀποδοχή τῆς συνυπάρξεως πού παιάνιζε ὁ Θανάσης Γκαϊφύλλιας στήν «Κομοτηνή» μή φοβούμενος νά μιλήσει στόν στίχο του γιά τά «τούρκικα» στενά. Ἀφοῦ τό βόρειο μέρος τῆς πόλεως κατοικεῖται από τουρκογενεῖς, πῶς νά τά πεῖ; Ἡ δύναμη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι αὐτή ἄλλως τε. Ἡ χωρητικότητα. Ἄν δέν ἤμασταν εὐρύχωροι, δέν θά ἤμασταν Ἕλληνες καί Θρακιῶτες. Τό γεγονός ὅτι ἕναν αἰῶνα καί κάτι ἔχουμε ὡς λαός τήν εὐθύνη τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Λωζάννης στήν πλάτη μας λέει πολλά.
Ἐκεῖνο τό βράδυ στήν Κηφισιά, ἐπιστρέφω, στήν ταβέρνα τοῦ «Βασίλη», διαπίστωσα πόσο πολύ ἀγαπᾶ ὁ Θανάσης τήν κιθάρα του! Εἶναι προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ του. Τήν χρησιμοποιεῖ καμμιά φορά ἀσυναίσθητα καί ὡς… «πορτοφόλι» γιά νά φυλάσσει τά προσωπικά του ἀντικείμενα. Τό διαπιστώσαμε ὅταν ἔχασε τό κινητό του καί πανικόβλητοι τό ψάχναμε κανένα μισάωρο, μέ κίνδυνο νά χάσουμε τό κέφι μας. Τελικῶς τό βρήκαμε χωμένο καί προστατευμένο κάπου μέσα (!!) στήν κιθάρα καί ἦρθε ἡ ψυχή μας στήν θέση μας. Για τό ὑπόλοιπο τῆς βραδιᾶς γελούσαμε μέχρι δακρύων. Με νότες.
Θέλω νά σᾶς ἐξομολογηθῶ κάτι: Γιά νά γράψω, φίλοι ἀναγνῶστες, αὐτό τό σημείωμα, πέρασα δύσκολα. Γιά νά γράψω γιά τόν Θανάση, ἔπρεπε νά ἀκούσω μουσική πρῶτα, νά δῶ φωτογραφίες ἀπό τό προσωπικό μου ἄλμπουμ (κάναμε τό 1989 μαζί ραδιοφωνική ἐκπομπή μέ τόν Γκαϊφύλλια καί τόν ἀείμνηστο Γιάννη Δημαρᾶ ἀπό τά στούντιο τοῦ «Δίαυλος Ροδόπη» γιά τόν Flash 9,61 τῶν Ἀθηνῶν), νά θυμηθῶ ἀγαπημένα πρόσωπα, πού ἄλλα ὑπάρχουν καί ἄλλα δέν ὑπάρχουν. Ἐπώδυνο. Γιά νά γράψω γιά τόν Θανάση, ἔπρεπε νά βγάλω τήν Κομοτηνή ἀπό μέσα μου, νά τήν τυπώσω πάνω σέ ἕνα κομμάτι χαρτί καί νά σᾶς τήν καταθέσω.
Εὔκολο εἶναι, νομίζετε; Εἶναι σάν νά «σπαταλᾶς» τίς καταθέσεις σου, πού τίς θές ἀπείραχτες! Πρόκειται γιά μιά διαδικασία πού, ὅσο καί νά προσπαθήσω, κάθε φορά πού μοῦ ζητεῖται μέ κάποια ἀφορμή κάτι ἀνάλογο μοῦ φέρνει πάντα ποτάμι ἀπό δάκρυα χαρᾶς. Χαρᾶς γιά τόν Θανάση Γκαϊφύλλια σήμερα, πού μέ ὅσα ἔχει κάνει μέχρι αὐτή τήν στιγμή, ὡραῖος ὡς Θράξ, ἔχει δικαιώσει προκαταβολικά τό πέρασμά του ἀπό αὐτήν τήν ζωή. Δέν ξέρω ἄν ὁ Γκαϊφύλλιας θρησκεύεται. Ἀλλά αὐτό πού βλέπω στό πρόσωπό του, ἡ ἀθωότητα, ἡ φυσική συστολή – ντροπαλότητα καί ἡ ἔκπληξη στά νοτισμένα, λαμπυρίζοντα μάτια του, που δέν τόν ἐγκατέλειψε ποτέ, τόν κάνει ἕναν καλό Χριστιανό στά δικά μου μάτια. Ἀτίθασο Χριστιανό βεβαίως, γιατί ἀπό τό 1975, ὅταν οἱ κομματικοί στρατοί θριάμβευαν, ἐκεῖνος ἔγραψε στήν «Ἐκδρομή» του ὅτι «βαρέθηκα νά εἶμαι στήν γραμμή».
Ὁ Θανάσης Γκαϊφύλλιας εἶναι, μέ τήν μουσική του, τούς στίχους του, τά θεατρικά του, τις ραδιοφωνικές του ἐκπομπές στήν ΕΡΑ Κομοτηνῆς, ὅπου καί ἐκεῖ συνεργαστήκαμε, ἕνας Κομοτηναῖος πολίτης τοῦ κόσμου. Γιατί μέ τόσες κουλτοῦρες, τόσες θρησκεῖες καί τόσες γλῶσσες στήν Θράκη, τό νά εἶσαι Κομοτηναῖος σημαίνει ὅτι εἶσαι πολίτης τοῦ κόσμου. Θανάση, φίλε! Εὖγε! Ἡ ἐκδρομή συνεχίζεται. Συγχαρητήρια στίς ἐκδόσεις «Μετρονόμος», πού στό πρῶτο συνθετικό τους ἔχουν μιά ἐμβληματική ἔννοια τοῦ χαρακτῆρα τοῦ Θανάση: τό μέτρο.
* Συνεισφορά μου στό βιβλίο «Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Ἀτέλειωτη Ἐκδρομή», ἐκδόσεις Μετρονόμος, πού μόλις κυκλοφόρησε. Περιλαμβάνει κείμενα τῆς Λίας Τσιαμπάζη, τοῦ Γιώργου Ἀνδρέου, τοῦ Θέμη Ἀνδρεάδη, τοῦ Κώστα Λειβαδᾶ, τοῦ Τάκη Κεραμέα, τοῦ Γιώργου Μονεμβασίτη, τοῦ Γιάννη Πανούση, τοῦ Θέμη Ροδαμίτη, τοῦ Φώντα Τροῦσα, τοῦ Γιώργου Φραντζολᾶ καί βεβαίως τήν κατάθεση ζωῆς τοῦ ἀγαπημένου μας Θανάση σέ ἐπιμέλεια τοῦ Ἡρακλῆ Οἰκονόμου. Νά τό διαβάσετε!


