Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 12 Ἰουλίου 1926
Λέγουν ὅτι τά παιδιά εἶναι ἱκανά νά τρελλάνουν καί ἄνθρωπον πού τά ἔχει τετρακόσια.
Μέχρι τινός, τό πρᾶγμα εἶναι βέβαιον. Ἀλλά κυρίως τά παιδιά δέν τρελλαίνουν τούς μεγάλους. Ἀνακαλύπτουν τήν τρέλλαν των. Κάμνουν δηλαδή τήν διάγνωσίν της ἀπό τά πρῶτα της ἀόριστα συμπτώματα καί εἰς μίαν περίοδον τῆς ἀναπτύξεώς της κατά τήν ὁποίαν καί ὁ σοφώτερος φρενολόγος δέν θά μποροῦσε νά μαντεύση τίποτε ἀπολύτως. Ἕνα μηδαμινόν κίνημα, ἕνας λόγος, ἕνας μορφασμός, μία ἀνωμαλία ἀνεπαίσθητη εἰς τήν ἐξωτερικήν ἐμφάνισιν τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀρκετά γιά τόν μικρόν διάβολον νά θέση τήν διάγνωσίν του. Τόσον τό μάτι τοῦ παιδιοῦ εἶναι ἱκανόν νά διακρίνη τήν ἐλαχίστην παρεκτροπήν ἀπό τό φυσικόν καί τό κανονικόν. Καί τότε ὁ μικρός φρενολόγος, μετά τήν διάγνωσιν, ἀρχίζει τήν ἀντίστροφον θεραπείαν. Μέ ἄλλους λόγους δηλαδή, ἀποτρελλαίνει τόν δυστυχῆ πού πέφτει στά νύχια του.
Ἡ γειτονιά –ἰδίως κατά τήν θερμήν αὐτήν ὥραν τοῦ ἔτους– γίνεται καθημερινῶς μάρτυς τῶν διαγνώσεων αὐτῶν καί τῶν θεραπειῶν αὐτῶν. Οἱ νέοι τρελλοί ἐμφανίζονται ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον. Καί τό παιδομάζωμα πανηγυρίζει. Διότι δέν ὑπάρχει, ὡς γνωστόν, μεγαλυτέρα διασκέδασις γιά τό μικρόν ἑλληνικόν θηρίον ἀπό τόν τρελλόν. Ἀλλά μόνον γιά τό μικρόν θηρίον; Εἰς τον παιδόκοσμον τῆς γειτονιᾶς προστίθεται τό συνοικιακόν καφενεῖον καί ἡ ταβέρνα. Εἰς τό καφενεῖον καί τήν ταβέρναν τά παράθυρα τῶν ἰσογείων καί οἱ πόρτες τῶν αὐλογύρων. Ἡ συνοικία μεταβάλλεται πάραυτα εἰς στίβον ταυρομαχιῶν καί ὁ δυστυχής τρελλός εἰς μαινόμενον ταῦρον, πρό τοῦ ὁποίου τορρεαντόρ ὅλων τῶν φύλων καί ὅλων τῶν ἡλικιῶν σείουν τό κόκκινο πανί τους, καρφώνοντας ἐπί τοῦ δέρματός του ὅλα τά τρομερά παντερίλλος τῶν προκλήσεων, τῶν ἐμπαιγμῶν, τῶν ἐρεθιστικῶν φράσεων, τῆς πρόγκας, τέλος πάντων, εἰς ὅλην της τήν ἔντασιν καί τήν ὀξύτητα. Ὁ πλέον ἀθῶος ἀνισόρροπος, ἐντός ὀλίγων ἡμερῶν, μέ τήν ὡραίαν αὐτήν δίαιταν εἶναι πλέον τρελλός γιά δέσιμο.
Ἂλλ’ ἀπό ποῦ καί πῶς –ἤθελα νά ἐρωτήσω τούς λαμπρούς μου Ἕλληνας ὅλων τῶν ἡλικιῶν καί ὅλων τῶν φύλων– ὁ τρελλός ἔγινεν ἀντικείμενον διασκεδάσεως, θέατρον, ἀπόλαυσις, ψυχαγωγία; Ὁ τρελλός εἶναι ἕνα τραγικόν πλάσμα, ἕνας δυστυχισμένος ἄρρωστος, μία συμπεριφορά, τέλος πάντων, ἡ ὁποία μεταξύ πολιτισμένων ἀνθρώπων μόνον τήν συμπάθειαν τῶν ὁμοίων του καί τόν πόνον τῶν ἀδελφῶν του προκαλεῖ. Ἐδῶ, δέν τό προστατεύει οὔτε ἡ Ἀστυνομία. Ὑποτίθεται ὅτι ἡ Ἀστυνομία ὑπάρχει μόνον διά τήν προστασίαν τῶν γνωστικῶν. Ὁ τρελλός εἶναι ἐκτός νόμου. Καί ὅταν τόν ὁδηγοῦν εἰς τό φρενοκομεῖον, τό κάμνουν πάλιν διά νά μήν ἐνοχλῇ τούς γνωστικούς.
– Δέν τόν συμμαζεύετε αὐτόν τόν τρελλό; Κακός μπελᾶς μᾶς ἔγινε.
Ἐφ’ ὅσον ὁ τρελλός καί ἡ δυστυχία του ἀποτελοῦν ἀνώδυνον διασκέδασιν, τόν ἀφήνουν νά διασκεδάζη τούς πολίτας. Καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς, εἰς τούς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν περιφέρονται τόσοι τρελλοί, ἐπίσημοι καί ἀνεγνωρισμένοι, ὅσον εἰς κανένα ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου. Ἕνας μαγκλαρᾶς ἴσαμ’ ἐκεῖ ἀπάνω διασκεδάζει τυραννών ἕνα δυστυχισμένον καί δέν ντρέπεται καθόλου. Τοῦ φαίνεται πώς κάνει την ἀθωοτέραν διασκέδασιν. Μία δεσποινίς τοῦ κάνει τά γλυκά μάτια καί τοῦ ὑπόσχεται πώς θά τόν πάρη ἄνδρα, γιά νά δοκιμάση τήν δύναμιν τῶν θελγήτρων της. Καί τῆς φαίνεται φυσικώτατον καί εὐγενέστατον. Σοβαροί κύριοι, μέ ἀξιώσεις πολιτισμένων ἀνθρώπων, τροχίζουν τό ἀμφίβολον πνεῦμα των ἐπάνω στήν δυστυχίαν του. Καί περιμένουν καί χειροκρότημα. Προχθές ἀκόμη εἶδα ἕναν ἀνεγνωρισμένον ἠλίθιον ν’ ἀδειάζη ἕνα ποτήρι νερό ἐπάνω στό κουρελιασμένο πουκάμισο ἑνός συμπαθητικοῦ τρελλοῦ, πού δέν εἶχε δεύτερον ν’ ἀλλάξη. Καί ὅμως ὁ τρελλός εἶχεν ἀστραπάς πνεύματος, πού θά μποροῦσαν ν’ ἀνάψουν φωτοχυσίαν μέσα στόν θλιβερόν ἐγκέφαλόν τοῦ τυράννου του.
– Γιατί τόν τυραννεῖτε τόν ἄνθρωπο, κύριε; τόν ἐρώτησα.
Μοῦ ἐμειδίασε μακαριώτατα. Καί ἐσχημάτισα τήν ἰδέαν ὅτι οἱ εὐτυχέστεροι ἄνθρωποι στόν τόπον αὐτόν εἶναι οἱ ἠλίθιοι. Αὐτούς κανείς δέν τούς ἐνοχλεῖ. Ἡ ἠλιθιότης ἐμπνέει τόν σεβασμόν καί εἰς αὐτούς τούς τρομερούς Ἑλληνόπαιδας ἀκόμη.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

