ΈΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΑ ΑΝΑΠΟΔΑ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 11 Σεπτεμβρίου 1918

– Μή σπρώχνεις ἔτσι λοιπόν! Μ’ ἔλυωσες, μέ σακάτεψες… Σιγά γιά τό Θεό!…

Ὁ ἄνθρωπος, ποῦ ὠλόλυζεν ἔτσι, ἕτοιμος νά παραδώσῃ τήν ψυχήν του, μέσα εἰς τήν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ τράμ τῶν Ἀμπελοκήπων, ἦτο ἕνας πελώριος στρατιώτης, ἱκανός νά τρέψῃ εἰς ἐπαίσχυντον φυγήν χιλίους Βουλγάρους μόνον μέ τόν γρόνθον του. Καί ὁ ἄνθρωπος, ποῦ εἶχε σακατέψει τόν Ἡρακλῆν αὐτόν, ἦτο… μία κυρία. Καί ἔκαμα ἀμέσως τήν σκέψιν: Διατί λοιπόν νά συμβαίνουν αὐτά τά ἀνάποδα πράγματα; Διατί οἱ ἄνδρες εὑρίσκωνται εἰς τό Μέτωπον καί αἱ γυναῖκες νά μένουν εἰς τάς πόλεις, χωρίς νά γνέθουν κἄν εἰς τήν ἱστορικήν ἡλακάτην;

Ἕως τώρα τοὐλάχιστον δέν εἴχαμεν ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις περί φυσιολογικῆς ὑπεροχῆς τοῦ θήλεος ἐπί τοῦ ἀρρένος. Καί προέβαλλαν μέν, ποῦ καί ποῦ, μερικαί δειλαί πιστοποιήσεις τοῦ γεγονότος, στηριζόμεναι εἰς ἐγκύρους καί σοφάς παρατηρήσεις. Δέν ἐπρόφθαναν ὅμως νά διατυπωθοῦν αἱ παρατηρήσεις αὐταί καί ἀμέσως ἡ κ. Παρρέν, μέ ὁμοβροντίαν ἄρθρων, ἔβγαινε νά τάς ἀνασκευάσῃ. Ἐσχάτως ὅμως εἰς τά Ὀλύμπια, τά Ἴσθμια καί τά Νέμεα, τά τελούμενα ἐπί τοῦ στίβου τῶν κίτρινων ὀχημάτων, τό πρᾶγμα ἀπεδείχθη περιτράνως. Ὅλοι οἱ Ὀλυμπιονίκαι τῆς πάλης, τῆς πυγμῆς, τοῦ δρόμου, τῆς διελκυστίνδος, τῆς ἀναρριχήσεως, ὅλοι οἱ θριαμβεταί τοῦ πεντάθλου, εἶνε ἀποκλειστικῶς γυναῖκες. Καί ὁ Πίνδαρος σήμερον θά ἦτο ὑποχρεωμένος νά ἀναθεωρήσῃ τούς διθυράμβους του. Διότι εἴδατε, ὑποθέτω, τί συμβαίνει καθημερινῶς εἰς τούς ἀγῶνας αὐτούς. Καί εἴδατε ποῖοι εἶνε οἱ νικηταί. Ὄχι βέβαια οἱ ἄνδρες.

Εἶνε ἀπολύτως βεβαιωμένον τοὐλάχιστον ὅτι ὅλη αὐτή ἡ συμφορά τῶν τράμ καί τῶν σιδηροδρόμων, τήν ὁποίαν διεκτραγῳδοῦν καθημερινῶς αἱ ἐφημερίδες, ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τά ἀσθενῆ καί ἀστράτευτα αὐτά πλάσματα. Ἐάν δι’ ἀστυνομικῆς διαταγῆς ἐκλείοντο ἐπί μίαν μόνον ἡμέραν εἰς τόν γυναικωνίτην, τά πράγματα θά μετέβαλλαν ἀμέσως ὄψιν καί ἡ τάξις τῆς συγκοινωνίας θά ἀποκαθίστατο ὡς ἐκ θαύματος. Εἰς τήν πολιορκίαν ἑνός τράμ οἱ ἄνδρες παίζουν κατά κανόνα τόν ρόλον τῶν ἀκάκων ἀρνίων. Ποῖος σπρώχνει, τσαλαπατεῖ, γρονθοκοπεῖ, ξενυχιάζει; Ποῖος κρατεῖ τήν ἔφοδον; Ποῖος προκαλεῖ τούς πανικούς; Ποῖος δημιουργεῖ τόν θρῆνον καί τόν ὀδυρμόν; Ἀποκλειστικῶς ἡ ἀξιότιμος κ. Καλλιόπη, ἡ ὁποία λυποθυμεῖ πεντάκις τῆς ἡμέρας εἰς τόν οἶκόν της ἐξ αἰτίας τῆς ἀσθενείας τῆς φύσεώς της. Ἔξω τοῦ οἴκου της ἡ ἰδία ἀξιότιμος κ. Καλλιόπη, ἡ ὁποία ποτίζεται διαρκῶς μέ σταγόνας βαλεριάνας καί αἰθέρος καί ἔχει εἰς τό προσκέφαλόν της τόν πεπτανοῦχον σίδηρον, γίνεται Τιτάν, Κύκλωψ, ἑκατόγχειρ Βριάρεως.

Προχθές ἀκόμη τήν εἶδα ἐνεργοῦσαν τήν τακτικήν της ἔφοδον εἰς τήν στάσιν Ἀκαδημίας. Ἀφοῦ ἐτσαλαπάτησεν ὡς Ἀγγλικόν τάνκ ἔμψυχα καί ἄψυχα, εὑρέθη θριαμβεύουσα ἐπί τοῦ ὀπισθίου ἐξώστου, μαζῆ μέ ὅλον της τό τσοῦρμο, καθ’ ἥν στιγμήν ἐγώ μόνος μου δέν κατόρθωσα νά πλησιάσω οὔτε τήν θύραν τοῦ ὀχήματος. Ἀπ’ ἐκεῖ τήν εἶδα νά εἰσελάσῃ πάραυτα εἰς τόν διάδρομον, ἐν μέσῳ οἰμωγῶν καί εὐχωλῶν. Καί τήν ἤκουσα νά κραυγάζῃ πρός τούς μετόπισθεν:

– Ἔλα μέσα, Γιῶργο! Κατίνα, Δημητράκη, Σπῦρο, παραμάννα, ἐλᾶτε μέσα λοιπόν. Τί καθόσαστε; Σπρῶχτε λιγάκι. Μέ συγχωρεῖτε, κύριε. Δέν εἶνε κατάστασις αὐτή! Ἀφῆστέ μας νά περάσουμε. Σπρώχνω βέβαια. Πληρώνω καί θά σπρώξω. Ὁρίστε μας. Ἐδῶ δέν εἶνε σαλόνι νά σᾶς ζητήσω καί συγγνώμην. Εἶνε τράμ. Πληρώνουμε, κύριε. Ἔλα λοιπόν, παραμάννα. Τί κάθεσαι; Σήκω ἐσύ, παιδί μου, νά κάτσῃ ἡ παραμάννα μέ τό παιδί. Ἐσύ εἶσαι μικρός. Ὤχ! ἔσκασα ἡ καϋμένη! Μήπως ἔχει καί κανένας τήν εὐγένεια νά δώσῃ τή θέσι του; Βλέπουμε μία κυρία καί καρφί δέν τούς καίγεται. Βρέ στρατιώτη, ἐσύ δέν σηκώνεσαι; Κ’ ἐμεῖς ἐπί τέλους δέν εἴμαστε τοῦ σωροῦ. Εἶμαι ἡ κόρη συνταγματάρχου κ’ ἐγώ καί εἶχα ὀρτινάντσες σἄν καί σένα ἄλλο τίποτε. Σήκω, παιδί μου, μπράβο. Εὐχαριστῶ. Ἔλα καί σύ, Δημητράκη. Χωράει ἐδῶ στή μέση. Ἄς στενοχωρηθοῦνε λιγάκι κ’ οἱ κύριοι. Ἔλα καί σύ, Κατίνα. Κάτσε στά γόνατα τοῦ κοριτσιοῦ ἀπό ’κεῖ. Καί σύ, κύριε εἰσπράκτορα, λίγα τά λόγια σου, παρακαλῶ. Νά ξέρῃς σέ ποῖον μιλᾶς. Γιατί, ξέρεις, σέ διορθώνω ἐγώ. Πρόστυχε!…

Ὅταν τό τράμ κατώρθωσεν ἐπί τέλους νά ξεκινήσῃ, ἡ ἀξιότιμος κ. Καλλιόπη εἶχεν ἐγκαταστήσει τόν ἑαυτόν της καί τό τσοῦρμό της εἰς τάς καλλιτέρας θέσεις. Ἔμειναν δέ τριγύρω της, ὄρθιοι, μωλωπισμένοι καί ξενυχιασμένοι, γέροντες, γερόντισσες, ἀσθενεῖς, καί ἕνας φαντάρος ἀκόμη τραυματίας, μέ ἕνα πόδι, τό ὁποῖον εἶχε σηκώσει ἀπό τήν θέσιν του διά νά ἐγκαταστήσῃ ἕνα μυξιάρικο μέλος τῆς ἀπεράντου προζενιτύρ. Καί ὅμως ἡ ἀξιότιμος κ. Καλλιόπη, ἡ ὁποία θά ἠμποροῦσε νά φθάσῃ ἐντός τριῶν ἡμερῶν εἰς τήν Σόφιαν, ἐξακολουθεῖ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως νά παραμένῃ σκανδαλωδῶς εἰς τάς Ἀθήνας. Αὐτά εἶνε τά ἀνάποδα, κ. Βενιζέλε.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

«Ἀμνησία» γιά τά Σεπτεμβριανά μή τυχόν θυμώσει ὁ Σουλτάνος!

Εφημερίς Εστία
Τί κρύβεται πίσω ἀπό τήν ἀναβολή συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς γιά τήν Μικρά Ἀσία

Ταξίδι στίς ρίζες τοῦ καπετάν Τσάκου

Μανώλης Κοττάκης
ΠΡΟ ἑβδομάδος, τέτοια μέρα, τέτοια ὥρα, τύχη ἀγαθή μέ ἔφερε προσκεκλημένο στήν ταπεινή πατρική οἰκία τοῦ ἐφοπλιστῆ καπετάν Παναγιώτη Τσάκου, στά πανέμορφα Καρδάμυλα τῆς Χίου.

Καί ὅμως θά τούς λείψει ὁ Νάιτζελ Φάρατζ

Εφημερίς Εστία
Αὐτό ὑποστηρίζουν εὐρωβουλευτές καί εἰδικοί

ΒΕΡΑΡΕΝ

Παύλος Νιρβάνας
Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 26 Σεπτεμβρίου 1918

«Λέ σατώ μαριδιέν»!

Πρό 60 ἐτῶν
Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 1958