ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Σάββατο 17 Αυγούστου 2019

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 28 Ἰανουαρίου 1919

– Νομίζω, λοιπόν, εἶπεν ἐν συνεχείᾳ μακρᾶς ἀγορεύσεώς του φιλόσοφος τοῦ καφενείου, ὑποδεχόμενος τόν πέμπτον καφέν, τόν ὁποῖον τοῦ προσέφεραν οἱ θαυμασταί του, νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ μάσκα ὄχι μόνον δέν πρέπει νά ἀπαγορευθῇ ἀπό τήν Ἀστυνομίαν ὅπως ἀπηγορεύθη, ἀλλά νά γείνῃ καί ὑποχρεωτική δι’ ὅλον τό ἔτος.

Οἱ θαυμασταί ἔσυραν, μέ παροξυνόμενον ἐνδιαφέρον, τά καθίσματά των πρός τό στρογγυλόν τραπεζάκι, περί τό ὁποῖον συνεκροτεῖτο ἀπό ἡμερῶν ἡ διάσκεψις περί τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, καί ἀπετέλεσαν στενώτατον κύκλον περί τόν φιλόσοφον. Καί μόνον ἡ κλασική ἐπιφώνησις τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου χίαρ χίαρ δέν ἠκούσθη. Ἐμαντεύετο ὅμως.

– Ὅλον τόν χρόνον; εἶπε κάποιος ἐκ τῆς παρέας διά νά γείνῃ σοφώτερος, δίδων ἀφορμήν εἰς τόν σοφόν.

– Μάλιστα, κύριοι. Ὅλον τόν χρόνον!

Καί ὁ φιλόσοφος ἀνέπτυξε τήν θεωρίαν του.

– Ἀπό τόν μέγαν αὐτόν Πόλεμον, κύριοι, θά ἐξέλθῃ ἀναμφιβόλως μία νέα ἀνθρωπότης. Ἡ ἀνθρωπότης αὐτή πρέπει νά προσωπιδοφορῇ διαρκῶς διά νά ἐξασφαλίσῃ μίαν βεβαίαν καί μακράν εὐτυχίαν. Τό πρόσωπον τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως γνωρίζανε, εἶνε ἡ μεγαλειτέρα ἀφορμή τῆς δυστυχίας του. Καί τό πρόσωπον αὐτό πρέπει νά καταργηθῇ ὁριστικῶς.

– Δέν μᾶς τά κάνεις λιανά, κύριος, αὐτά ποῦ λές; εἶπεν ἐπεμβαίνων κἄποιος βέβηλος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἑλκυσθῇ ἀπό τήν συζήτησιν, προτιμήσας νά ἀνταλλάξῃ τό θέαμα μιᾶς πρέφας τοῦ γειτονικοῦ τραπεζιοῦ μέ ἕνα σοφόν ἄκουσμα. Ἄνθρωπος γάρ φύσει τοῦ εἰδέναι, ὀρέγεται, ὅπως εἶπε καί ὁ μέγας Σταγειρίτης.

– Εὐχαρίστως, κύριε! εἶπε συγκαταβατικώτατα ὁ φιλόσοφος. Αὐτό ἀκριβῶς ἐπρόκειτο νά κάμω. Τό πρόσωπον τοῦ ἀνθρώπου, εἴπαμεν λοιπόν, εἶνε τό μεγαλείτερον ἐμπόδιον διά τήν εὐτυχίαν του.

– Τί λές, κύριος; εἶπεν ὁ παρείσακτος. Τό πρόσωπο εἶνε σπαθί καί κόβει.

– Σπαθί μάλιστα, ἐξηκολούθησε χωρίς νά ταραχθῇ ὁ ἀγορητής, ἀλλά σπαθί δίκοπον, φίλε μου, ἐπικίνδυνον καί διά τούς ἄλλους καί δι’ αὐτόν ποῦ τό κρατεῖ. Καί περί αὐτοῦ πρόκειται. Ἀλλά μή διακόπτετε, παρακαλῶ… Ἀπό τόν μέγαν αὐτόν Πόλεμον θά ἐξέλθῃ, εἴπαμεν, μία νέα ἀνθρωπότης. Εἰς τήν ἀνθρωπότητα αὐτήν θά βασιλεύῃ ἡ ἰσότης, ἡ ἀδελφότης, ἡ δικαιοσύνη. Ἀλλά πῶς θά ἐπιτύχωμεν μέ τήν ἰσότητα αὐτήν; Παραδέχομαι ὅτι ἠμποροῦμεν νά βάλωμεν ὅλοι ὁμοιόμορφα ροῦχα, νά φορέσωμεν τά ἴδια παπούτσια ἤ νά μή φορέσωμεν τίποτε, νά τρῶμε ὅλοι ἀπό τό ἴδιον καζάνι ἤ νά μήν τρῶμε καθόλου. Ὅλα αὐτά εἶνε κατορθωτά ἐπί τέλους.

Ἀλλά ποία ἰσότης θά κατορθωθῇ, ὅταν ἐξακολουθοῦν νά κυκλοφοροῦν εἰς τούς δρόμους ξανθοί καί μελαχροινοί, φαλακροί καί μαλλιαροί, κοκκινομάγουλοι καί σουδάρια, μονόφθαλμοι καί μέ δύο μάτια, ἄσχημοι καί ὤμορφοι, γέροι καί νέοι; Ὄλας λοιπόν αὐτάς τάς ἀνισότητας θά τάς καταργήσῃ ἡ μάσκα ἤ ἡ μουτσούνα, ὅπως προτιμᾶτε. Θά θεσπισθῇ μία κοινή προσωπίς, ἕνας μέσος ὅρος μεταξύ ἀσχημίας καί ὡραιότητος, μεταξύ ἀκεραιότητος φυσιολογικῆς καί ἐλαττωματικότητος, μεταξύ ὑγείας καί ἀσθενείας, μεταξύ νεότητος καί γήρατος. Κανείς πλέον δέν θά ἔχῃ παράπονα. Ὁ Πέτρος θά συναντᾷ εἰς τόν δρόμον του τόν Πέτρον, ὁ Παῦλος θά συναλλάσσεται μέ τόν Παῦλον, ὁ Γρηγόρης θά φιλονεικῇ διά τό Ἀριστεῖον μέ τόν Γρηγόρην καί οὕτω καθεξῆς. Ἐνοήσατε;

– Θέλει καί ρώτημα;! ἀνεφώνησεν ὁ ἐνθουσιωδέστερος τῆς ὁμηγύρεως. Θά κρύβωμεν τό πρόσωπόν μας, ὅπως κρύβομεν, τέλος πάντων, τά ἐννέα δέκατα τοῦ σώματός μας. Ἔτσι δέν εἶνε, δάσκαλε;

– Βεβαίως! ἐπεδοκίμασεν ὁ φιλόσοφος. Δέν ὑπάρχει κανείς λόγος νά κρύπτωμεν τόσα ἀβλαβῆ καί ἀνώδυνα τμήματα τοῦ σώματός μας καί νά φανερώνωμεν ἐκεῖνο ἀκριβῶς τό τμῆμα, τό ὁποῖον κυρίως ἔπρεπε νά κρύπτωμεν.

– Κάτω ἡ προσωπολατρεία! ἐκραύγασεν ὁ παρείσακτος.

Ἡ ὁμήγυρις παρεδέχθη δι’ ἀνατάσεως.

– Καθένας, κατέληξεν ὁ φιλόσοφος, θά ἔχῆ στό σπίτι του τήν μάσκαν του, σφραγισμένην ἀπό τήν Ἀστυνομίαν διά τό ὁμοιόμορφον. Κάθε πρωΐ, πρίν ἔβγῃ ἀπό τό σπίτι του, θά τήν φορῇ, ὅπως φορῇ τό παντελόνι του, τά παπούτσια του, τό σακάκι του. Καί θά παρουσιάζεται εἰς τήν Κοινωνίαν ὡς ἴσος πρός ἴσους.

– Ἀλλά πῶς θά γνωριζώμαστε συναμεταξύ μας; ἐρώτησε πάλιν ὁ ἀδιάκριτος.

– Ἁπλούστατα! Καθένας θά ἔχῃ τόν ἀριθμόν του εἰς τό μέτωπόν του.

– Σάν τα τραμβάγια δηλαδή;

– Ἀκριβῶς. Ἐσύ θά εἶσαι τό 2. Ἐγώ τό 7. Θά κάμνωμεν διασταύρωσιν. Ἐγώ θά πηγαίνω εἰς τήν ὁδόν Σταδίου, ἐσύ εἰς τούς Ἀμπελοκήπους. Ἁπλούστατα.

Ὁ παρείσακτος ἔξυσε τήν κεφαλήν του!

– Μπῆκα μέσα, ἀνεφώνησε! Τραμβάϊ ἐσύ, τραμβάϊ κ’ ἐγώ. Καθένας τό δρόμο του. Τραμβάγια ὅμως ὅλοι. Ὄχι ὁ ἕνας λαντώ, ὁ ἄλλος ἀραμπᾶς… Γράψε με, παρακαλῶ, στό Σύλλογο.

Ὅλοι ἔμειναν ἀπολύτως σύμφωνοι καί ἡ συνέλευσις διελύθη.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Τά πανηγύρια τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Δημήτρης Καπράνος
Θυμᾶμαι, ἀπό πιτσιρικάς, τά πανηγύρια τοῦ Δεκαπενταύγουστου. Μπορεῖ νά μήν πηγαίναμε τακτικά διακοπές, ἀλλά τόν Δεκαπενταύγουστο ὅλο καί σέ κάποια ἐκκλησιά τῆς Παναγίας θά βρισκόμασταν.

Κεραυνός σέ πυροσβεστικό!

Πρό 60 ἐτῶν
Παρασκευή, 14 Αὐγούστου 1959

Δέν στέλνουμε φρεγάτα στόν Περσικό Κόλπο

Εφημερίς Εστία
Ἀρνήθηκε ἡ Ἑλλάς αἴτημα τῶν ΗΠΑ

Μνῆμες 2007 ξυπνοῦν οἱ φωτιές σέ Ὑμηττό – Εὔβοια

Εφημερίς Εστία
Ξέσπασαν στίς τρεῖς τήν νύκτα καί οἱ δύο

Ποιός εἶναι ὁ νέος πρέσβυς τῶν ΗΠΑ στήν Ἑλλάδα

Εφημερίς Εστία
Γούντγουωρντ Ράις Κλάρκ τό φαβορί – Κάντρυμαν τό ἀουτσάιντερ