Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 3 Ἰουνίου 1918

Ἐπί δύο συνεχῆ ἔτη τόν ἔβλεπα νά καταδιώκῃ διαρκῶς τούς ἰατρούς. Καί δέν εἶχε ἀφήσει ἰατρόν, γνωστόν καί ἄγνωστον, εἰδικόν καί μή, καθηγητήν καί κομπογιαννίτην, ποῦ νά μήν τόν φέρῃ εἰς τό σπίτι του, μέ ὅλα τά μέσα τῆς ταχείας μεταφορᾶς. Καί ἔτρεχε πάντοτε, καί ἤσθμαινε πάντοτε, καί δέν εἶχε ποτέ καιρόν ν’ ἀπαντήσῃ.

– Ποῦ τρέχεις πάλι;

– Ἄφησέ με καϋμένε! Τρέχω γιά τόν γιατρό…

Ἔτρεχε διά τόν παθολόγον, τόν χειροῦργον, τόν καρδιολόγον, τόν νευρολόγον, τόν γυναικολόγον καί πάντοτε διά τόν φημισμένον ἰατρόν τῆς ἡμέρας. Καί δέν ἐχρειάζετο πολύ διά νά ἐννοήσῃ κανείς, ὅτι ὑπό τήν στέγην τοῦ δυστυχοῦς ἀνθρώπου μία πολύτιμος ζωή ἐκινδύνευε, μία προσφιλής ζωή συνεκρατεῖτο εἰς αὐτόν τόν κόσμον μέ ὅλα τά δυνατά μέσα πού διαθέτει ἡ ἐπιστήμη καί ἡ ἀγάπη.

Ἡ πολύτιμος αὐτή ζωή δέν ἦτο μητέρα, σύζυγος, τέκνον, ἐρωμένη. Ἦτο μία πεθερά. Μάλιστα, κύριοι στερεότυποι κωμῳδιογράφοι καί κύριοι ἀναμηρυκασταί τῶν αἰωνίων μο-ντε-λα-φέν. Μία πεθερά! Γι’ αὐτήν οἱ ἰατροί, τά φάρμακα, τά τονωτικά, τά παλαιά κρασιά, τά ἐκλεκτά κονιάκ, ἡ ἐξοχή καί ἡ θάλασσα. Γι’ αὐτήν τά πάντα.

Ὁ καλός μου φίλος δέν εἶχε πολυτιμώτερον πρᾶγμα εἰς τόν κόσμον ἀπό τήν πεθεράν του. Εἶχε γυναῖκα, παιδιά, ἀδελφούς, γονεῖς. Ἀλλά μία ζωή τόν ἔκαμνε νά τρέμῃ. Ἡ ζωή τῆς πεθερᾶς του. Καί, ἐπειδή τό ἀρχαιολογικόν αὐτό μνημεῖον εἶχεν ὑποστῇ ὅλους τούς σεισμούς καί ὅλας τάς ἐπιδρομάς τοῦ χρόνου, αἱ ἐπισκευαί του καί αἱ ἀναστυλώσεις εἶχαν καταντήσει καθημερινή ἱστορία. Καί μεταξύ τοῦ ἰατροῦ καί τοῦ φαρμακείου ὁ φιλόστοργος γαμβρός ἐπανελάμβανε πάντοτε εἰς τόν ἀδιάκριτον, ποῦ τοῦ ἀνέκοπτε τόν μοιραῖόν του δρόμον:

– Ἄφησέ με, καϋμένε! Μᾶς παρουσιάσθηκε πάλι λεύκωμα.

Τό μᾶς αὐτό δέν ἐσήμαινε πολλούς. Ἐσήμαινεν ἕνα. Τήν πεθεράν! Διότι αὐτή συνώψιζεν ὅλην τήν οἰκογένειαν καί συνεκέντρωνεν ὅλην τήν εὐτυχίαν της. Καί τήν μίαν ἡμέραν ἦτο τό λεύκωμα, τήν ἄλλην τό σάκχαρον, τήν ἄλλην τό ἆσθμα τῆς νυκτός, τήν ἄλλην ἡ ἐξαφνική λιποθυμία, τήν ἄλλην ὁ πόνος καί ὁ σφάχτης. Καί ὅλας τάς ἡμέρας ἦτο ὁ ἰατρός ὁ μεταφερόμενος ἐπειγόντως, καί ὅλας, τάς ἡμέρας ἦσαν αἱ ἐνέσεις καί τά εὐχέλαια καί αἱ παρακλήσεις. Ὡρισμένως ἡ ζωή αὐτή ἐκρατεῖτο εἰς τόν κόσμον μέ τά δόντια. Καί ἔπρεπε νά κρατηθῇ μέ κάθε θυσίαν.

– Γιατρέ μου, ἀπό τόν Θεόν καί στά χέρια σου. Ἄν χαθῇ αὐτή ἡ ψυχή, χαθήκαμε!

Καί ὁ ἰατρός, ποῦ ἐγνώριζε τό ἱερόν μυστικόν τῆς ὡραίας αὐτῆς στοργῆς, ἔγραφε νέας συνταγάς καί διέτασσε νέας ἐνέσεις. Καί ἡ καφεΐνη ἐνηλλάσσετο μέ τό καμφουροῦχον ἔλαιον, διά νά στηρίξουν εἰς τήν ζωήν μίαν βασανισμένην καρδίαν, τῆς ὁποίας οἱ παλμοί ἐμετροῦσαν τήν εὐτυχίαν τῶν ἄλλων.

Πρό τριῶν ἡμερῶν συνήντησα τόν φίλον μου περίλυπον, μαυροφοροῦντα, καί κυρίως βραδυποροῦντα. Δέν κατεδίωκε πλέον κανένα ἰατρόν. Ἀκολουθοῦσε τώρα μέ βῆμα βραδύ μίαν φανταστικήν, μίαν αἰωνίαν κηδείαν. Καί δέν ἐχρειάσθη νά τόν ἐρωτήσω τί τοῦ συνέβη.

– Τήν ἔχασα! μοῦ εἶπεν ὁ ἴδιος μέ τά δάκρυα εἰς τά μάτια. Δύο χρόνια ἐπέρασαν ἀφ’ ὅτου τήν ἀπέκτησα. Καί δέν ἦτο πεπρωμένον νά τήν χαρῶ περισσότερον…

Εἶμαι ἀπείρως δυστυχής!

Καί ἐπρόσθεσε, μέ ὅλην τήν τραγικήν σοβαρότητα, χωρίς σκιάν εἰρωνείας:

– Ὅν φιλοῦσι θεοί, ἀποθνήσκει νέος, βλέπεις. Τί νά γείνῃ!

Ἀλλά μήπως δέν εἶχε δίκαιον; Ἡ πολύκλαυστος νεκρά δέν ἦτο μία γυναῖκα, ὅπως κάθε ἄλλη. Ἦτο μία σύνταξις! Καί μία σύνταξις δέν γηράσκει ποτέ.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἐρώτησις: Ποῦ βρίσκονται σήμερα οἱ ὀκτώ Τοῦρκοι;

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀκόμη στήν Ἑλλάδα ἤ φυγαδεύθηκαν τήν ἡμέρα τῆς πυρκαϊᾶς;

Ὀλίγη ψυχραιμία

Μανώλης Κοττάκης
Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ τῶν δύο ἀξιωματικῶν ἄλλαξε γιά λίγο τήν ἀτζέντα καί ἀπεγκλώβισε τήν Kυβέρνηση ἀπό τήν δυσχερῆ θέση στήν ὁποία εἶχε περιέλθει ἀπό τίς 23 Ἰουλίου μέχρι σήμερα ὅταν ξέσπασε ἡ καταστροφική πυρκαϊά στό Μάτι.

ΚΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΙΝΗ

Παύλος Νιρβάνας
Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 17 Αὐγούστου 1918

Ἡ λύρα καί οἱ… λίρες

Πρό 60 ἐτῶν
Δευτέρα, 18 Αὐγούστου 1958

Ἀνεκαλύφθη οἴκημα βασιλέων τῆς Πάφου

Εφημερίς Εστία
Σύνθετο ἀρχιτεκτονικό σύμπλεγμα τοῦ 5ου αἰ. π.Χ.