ΈΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 11 Ἰουλίου 1918

– Ἀμάν, γιά τό Θεό, παιδί μου! Δέν ὑπάρχει ἐπί τέλους ἕνα ποτηράκι κρύο νερό; Αὐτό ἐδῶ εἶνε γιά ξούρισμα.

Τό νερό, τό ὁποῖον εἶχε προσκομίσει πρός τόν πελάτην τό γκαρσόνι τοῦ μεγάλου μονοπωλιακοῦ καφενείου –διότι ὑπάρχουν, χάρις εἰς τήν Ἑλληνικήν κακομοιριάν καί καφετζῆδες μονοπωλήσαντες καί αὐτά τά φυσικά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γῆν, οὐρανόν, θάλασσαν, ἀέρα καί δένδρον– ἦτο μέν κατά πάντα κατάλληλον πρός ξύρισμα ἀκαταλληλότατον δέ νά σβύσῃ μίαν πυρκαϊάν εἰς στήθη φλεγομένου ἀνθρώπου.

– Δέν ὑπάρχει πάγος, κύριε. Τί σᾶς φταῖμε ἐμεῖς; Τά παράπονά σας στήν Ἀστυνομία!

Ὁ φλεγόμενος Ἀθηναῖος, ὁ ἐξασκῶν τήν ὑπομονήν ὡς ἀρετήν, χωρίς νά ἀνήκῃ εἰς τό γένος τῶν γαϊδάρων, κατέπιε τήν ὕβριν, χωρίς τήν παραμικροτέραν ἀντίδρασιν, καί ἐπεδόθη εἰς φιλοσοφικάς σκέψεις. Ἐπειδή δέ ἐτύγχανε καί μέλος κἄποιας ἀπό τάς χιλίας ὑποεπιτροπάς τῆς Ἑκατονταετηρίδος, ἐσκέπτετο ἄν τό πρόβλημα αὐτό καφετζήδων, ἑστιατορίων καί γκαρσονιῶν δέν θά ἔπρεπε νά ἀπασχολήσῃ ἀπό τώρα τήν ὑποεπιτροπήν του, διά τήν μέλλουσαν ἐθνικήν πανήγυριν, ὅταν δέν θά εἴμεθα πλέον ἀπολύτως μεταξύ μας.

Ἀλλά ἡ φιλοσοφία δέν σβύνει τήν δίψαν καί ὁ φλεγόμενος Ἀθηναῖος ὑπέβαλε δευτέραν δειλήν ἐρώτησιν:

– Κανένα κανάτι τοὐλάχιστον δέ βρίσκεται στό μαγαζί σας;

– Ἄν θέλετε κανάτι καί γλάστρα μέ βασιλικό, ἦτο ἡ ἀπάντησις, νά πᾶτε σέ κανένα καφενεδάκι τοῦ Ψυρρῆ. Ἐδῶ εἶνε Ζάππειον!

Ὁ φλεγόμενος Ἀθηναῖος περιέπεσε καί πάλιν εἰς μελαγχολικάς σκέψεις. Καί κατηράσθη τήν μνήμην τοῦ μαρμαρωμένου ἐκεῖ πλησίον Ζάππα, ὁ ὁποῖος προτοῦ ἐφευρεθοῦν ὁ ἐφοπλισταί, εἶχεν ἱδρύσει ἕνα πάρκον ἀποκλειστικῶς δι’ αὐτούς. Εἰς τήν σειράν τῶν σκέψεών του ὅμως ἐσυλλογίσθη ὅτι τά ἑκατομμύρια δέν ἠμποροῦν νά σβύσουν τήν δίψαν τοῦ ἀνθρώπου.

– Ἔστω, παιδί μου, ξαναεῖπεν. Ἐδῶ εἶνε Ζάππειον. Ἤθελα νά μάθω ὅμως τί πίνουν αὐτοί οἱ Χριστιανοί; Πίνουν νερό;

– Ὄχι, κύριος! Τρῶνε παγωτά καί πίνουν γρανίτες.

– Ὥστε ὁ πάγος ὑπάρχει, ἄνθρωπέ μου!

– Ὑπάρχει γιά τά παγωτά. Ὁποιανοῦ τοῦ γουστάρει καφές, πίνει ζεστό νερό. Μήπως θέλετε καμμιά σαμπάνια φραππέ;

– Ὄχι, παιδί μου, εὐχαριστῶ. Μοῦ τήν ἔχουν ἀπαγορεύσει οἱ γιατροί. Καί, ἐπειδή τυγχάνει νά εἶμαι θεριακλῆς τοῦ καφέ, μεταναστεύω εἰς τοῦ Ψυρρῆ, ὅπου ὑπάρχει τοὐλάχιστον ἕνα Αἰγινήτικο κανάτι, καί σᾶς σηκώνω τό βάρος. Προσκυνῶ σας…

Καί ὁ Ἀθηναῖος ἐπανῆλθεν ἄπρακτος εἰς τάς Ἀθήνας.

Ἐνοήσατε ὅμως τί συμβαίνει καί μέ τόν περίφημον αὐτόν πάγον; Ἁπλούστατο, ὅ,τι συνέβαινε πρό μηνῶν καί μέ τήν ζάχαρην. Ζάχαρη ὑπῆρχε πάντοτε διά γλυκίσματα, φρουϊ-κομφί, πτί-φούρ καί πᾶν ζαχαροπλαστικόν ὄργιον. Καί δέν ὑπῆρχε μόνον διά τόν καφέν τοῦ πτωχοῦ διαβόλου καί διά τό γάλα τῶν τέκνων του. Τώρα πάλιν ὑπάρχει πάγος διά τόν καμπανίτην, τά παγωτά καί τήν γρανίταν, καί δέν ὑπάρχει πάγος διά τό νεράκι τοῦ καφέ καί τοῦ λουκουμιοῦ. Θέλετε νά δροσισθῆτε, κύριε, ποῦ ἔχετε τήν αὐθάδειαν νά φθάσετε μέχρι τοῦ Ζαππείου ἤ μέχρι τῶν Φαλήρων; Ἠμπορεῖτε νά ζητήσετε παγωτόν, γρανίταν, καμπανίτην φραππέ. Ἐάν θέλετε νά περιορισθῆτε εἰς τόν καφέν καί τό λουκουμάκι, μήν ἔχετε ἀξιώσεις δροσισμοῦ. Πάγος δέν ὑπάρχει. Πρέπει νά τό ἐννοήσετε λοιπόν, ὅτι ἡ ζωή εἶνε προνόμιον ὀλίγων. Δι’ αὐτούς ἀφῆκε τά ἑκατομμύριά του ὁ Ζάππας καί δι’ αὐτούς ἐμονοπώλησαν τά περιγιάλια τοῦ Θεοῦ αἱ σιδηροδρομικαί Ἑταιρεῖαι, ὑπό τήν εὐλογίαν τοῦ Κράτους.

Καί τό μέν ζήτημα τοῦ πάγου εἶνε καί αὐτό μία λεπτομέρεια, μία ἀπό τάς λεπτομερείας. Τό γενικόν πνεῦμα τῆς καταστάσεως εἶνε ἐκεῖνο ποῦ ἐνδιαφέρει. Καί τό πνεῦμα αὐτό, πρέπει νά παραδεχθῶμεν, ὅτι διά τάς Ἀθήνας τοὐλάχιστον δέν εἶνε καθόλου συγχρονισμένον πρός τήν στιγμήν, κατά τήν ὁποίαν ἡ Ὑφήλιος χύνει τό αἷμά της διά κἄποια δικαιώματα ἐπί τῆς ζωῆς. Ἐάν ἦτο συγχρονισμένον τό παγωτόν θά εἶχε καταργηθῇ δι’ ἀστυνομικῆς διαταγῆς, ὁ καμπανίτης θά ἐπίνετο χλιαρός καί τό νεράκι τοῦ Θεοῦ παγωμένον.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

«Ἀμνησία» γιά τά Σεπτεμβριανά μή τυχόν θυμώσει ὁ Σουλτάνος!

Εφημερίς Εστία
Τί κρύβεται πίσω ἀπό τήν ἀναβολή συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς γιά τήν Μικρά Ἀσία

Ταξίδι στίς ρίζες τοῦ καπετάν Τσάκου

Μανώλης Κοττάκης
ΠΡΟ ἑβδομάδος, τέτοια μέρα, τέτοια ὥρα, τύχη ἀγαθή μέ ἔφερε προσκεκλημένο στήν ταπεινή πατρική οἰκία τοῦ ἐφοπλιστῆ καπετάν Παναγιώτη Τσάκου, στά πανέμορφα Καρδάμυλα τῆς Χίου.

Καί ὅμως θά τούς λείψει ὁ Νάιτζελ Φάρατζ

Εφημερίς Εστία
Αὐτό ὑποστηρίζουν εὐρωβουλευτές καί εἰδικοί

ΒΕΡΑΡΕΝ

Παύλος Νιρβάνας
Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 26 Σεπτεμβρίου 1918

«Λέ σατώ μαριδιέν»!

Πρό 60 ἐτῶν
Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 1958