Η ΣΚΟΝΗ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 7 Ἰουλίου 1919

Ἡ ἐκστρατεία κατά τῆς σκόνης, τήν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἐσχάτως ἡ «Ἑστία», μοῦ φαίνεται τόσον σημαντική, ὅσον καί ἡ ἐκστρατεία της κατά τῶν αὐτοκινήτων. Καί ἡ μέν δευτέρα ἔφερεν ὁπωσδήποτε τά ἀποτελέσματά της, διά τῆς ἐξεγερθείσης κοινῆς βοῆς. Ἡ δευτέρα ὅμως δέν φαίνεται νά ἔχῃ συγκινήσῃ ἐπαρκῶς, μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, οὔτε τούς ἀσκονίστους ἁρμοδίους, οὔτε τούς σκονιζομένους πολίτας. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἴσως, ὅτι οἱ Ἕλληνες φειδόμεθα περισσότερον τοῦ δημοσίου Θησαυροῦ, παρά τοῦ θησαυροῦ τῆς ὑγείας μας. Προδίδει ἑπομένως ἕνα ὑψηλόν πατριωτισμόν. Πολύ πιθανόν ὅμως καί ν’ ἀποδεικνύῃ ἁπλῶς, ὅτι ἡ θρυλική κακομοιριά μας, μεταξύ τόσων ἄλλων, προσδέχεται καί τήν κοπρόβλητον καί τήν μικροβιοβριθῆ σκόνην, ὡς ἀσήμαντον μικροενόχλησιν ἤ καί –Κύριος οἶδεν!– ὡς εἶδος ἀπολαύσεως. Μήπως μία θεότρελλη ξένη, εἰς παραλήρημα Φιλελληνισμοῦ, δέν ἐβεβαίωσε κἄποτε ἐνυπογράφως, ὅτι ἡ σκόνη τῶν Ἀθηνῶν ἔχει τό ἄρωμα τῆς… βανίλλιας;

Ὁπωσδήποτε τό ζήτημα τῆς σκόνης εἶνε, ὑπό πᾶσαν ἔποψιν, ἕνα σεβαστόν ζήτημα. Δηλαδή ἕνα αἰώνιον Ἑλληνικόν ζήτημα, μοιραζόμενον τήν αἰωνιότητά του μέ τήν φθίσιν, τούς ἐχινοκόκκους, τάς ὀφθαλμίας, τά λεκιασμένα ροῦχα καί ἄλλα ἀμέτρητα Ἑλληνικά ἀγαθά. Ἡ φιλολογία του εἶνε ἀπέραντη. Ἔχουν γραφῆ δι’ αὐτό ἄρθρα πύρινα, μελέται σοβαραί, εὔθυμα χρονογραφήματα, νούμερα ἐπιθεωρήσεων, τροπάρια καί, ἄν δέν ἀπατῶμαι, καί ποιήματα ἀκόμη. Ποῖος δέν ἐνθυμεῖται λόγου χάριν, τό περίφημον τῆς λαϊκῆς Μούσης;

Ἀραμπᾶς περνάει, σκόνη γίνεται

Σήκω τό φουστανάκι σου νά μή σκονίζεται!

Οἱ στίχοι βεβαίως εἶνε παλαιοί. Σήμερον τόν ἀραμπᾶν τόν ἔχει ἀντικαταστήσῃ τό αὐτοκίνητον καί τό φουστανάκι τῆς μοδιστρούλας δέν ἔχει πλέον ἀνάγκην νά σηκωθῇ, διότι εἶνε ἀρκετά σηκωμένον. Ἀλλά ἡ οὐσία τῆς ποιήσεως ἀπομένει πάντοτε ἡ αὐτή. Σκονιζόμεθα καί σήμερον, ὅπως ἐσκονίζοντο οἱ πρόγονοί μας καί ὅπως θά ἐξακολουθοῦν νά σκονίζωνται καί οἱ ἀπόγονοί μας. Ἡ σκόνη εἰσῆλθεν ὁριστικῶς, ὄχι μόνον εἰς τούς πνεύμονάς μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταντήση εἶδος λεωφόρου Συγγροῦ, ἀλλά καί εἰς τά βάθη τῆς ψυχῆς μας ἀκόμη. Καί διά τούς μελετῶντας βαθύτερα τά πράγματα καί τῶν πραγμάτων τάς αἰτίας, ἡ ἐπίδρασίς της ἐκδηλοῦται εἰς ὅλας τάς φάσεις τῆς ζωῆς μας. Εἰς τήν Πολιτικήν μας, εἰς τήν Ἐπιστήμην μας, εἰς τήν Φιλολογίαν μας καί εἰς τόν Ἔρωτά μας ἀκόμη.

Ἀλλά ἡ Ἑλληνική αὐτή θεότης δέν ἔχει μόνον τήν ἱστορίαν της, τήν αἰσθητικήν της καί τήν μεταφυσικήν της. Ἔχει καί τά ὡραῖα παράδοξά της. Παρατηρεῖται δηλαδή, ὅτι ἀκμάζει καί θριαμβεύει, κατ’ ἐξοχήν, εἰς τήν γειτονίαν τοῦ νεροῦ. Ἀντινομία, θά πῆτε, εἰρωνεία τῆς φύσεως, ἰδιοτροπία τῶν στοιχείων. Καί ὅμως ἔτσι συμβαίνει! Πάρετε ἔξαφνα ὅλην τήν Φαληρικήν ἀκτήν, ἀπό Παλαιοῦ μέχρι νέου Φαλήρου καί μέχρι Πειραιῶς, ἄν θέλετε, διά τοῦ γύρου τῆς Καστέλλας. Ἡ θάλασσα δέν ἀπέχει παρά δύο βήματα. Καί ὅμως τά δύο αὐτά βήματα εἶνε ἀδύνατον νά διασκελισθοῦν. «Ὅριον ἔθου, ὅ οὐ παρελεύσεται», ὅπως λέγουν καί αἱ Γραφαί.

Καί αἱ μεγαλείτεραι ἀποθεώσεις τῆς σκόνης γίνονται ἀκριβῶς ὑπό τήν εὐλογίαν τοῦ νεροῦ. Μυστήριον! Ἀλλά μήπως αἱ μεγαλείτεραι πυρκαϊαί τοῦ Πειραιῶς καί αἱ καταστρεπτικώτεραι, δέν ἔγειναν καί αὐταί δύο βήματα μακράν ἀπό τήν θάλασσαν τοῦ λιμανιοῦ; Νομίζει κανείς ὅτι αὐτή ἡ θάλασσα, ἡ εὐρύχωρος καί μεγάλη, δέν ἔχει ἄλλον προορισμόν εἰς τήν Ἑλλάδα, παρά διά νά πνίγωνται μέσα της οἱ ἀγνοοῦντες νά κολυμβοῦν. Ἐνῷ ἔπρεπεν ἀκριβῶς νά πνίγωνται μέσα εἰς αὐτήν οἱ γνωρίζοντες νά κολυμβοῦν Ἁρμόδιοι.

Ἀλλά τό ζήτημα τῆς σκόνης δέν εἶνε μόνον ζήτημα ὑγείας, καθαριότητος, ἀνθρωπισμοῦ. Εἶνε καί ζήτημα μεγάλης ἠθικῆς σημασίας. Διότι δέν φαντάζομαι ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, μεταβαίνων εἰς τήν ἐργασίαν του ἤ τήν ὑπηρεσίαν του μέ τά ρουθούνια γεμάτα σκόνην, μέ τό τρίχωμά του μεταβεβλημένον εἰς σκούπαν τοῦ δρόμου, μέ τά μάτια τυφλωμένα ἀπό τά χώματα, μέ τά ροῦχα του γεμάτα λεκέδες, δύναται νά ἐργασθῇ ποτέ τιμίως καί εὐσυνειδήτως, δηλαδή καθαρῶς. Ἀτιμωρητεί δέν ἠμπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νά εἶνε δρόμος, σταῦλος καί σκουπιδαριό καί ταυτοχρόνως νά εἶνε ἄνθρωπος. Καί εἶνε πολύ πιθανόν ὅτι πολλαί ἐπιχωριάζουσαι ἠθικαί ἀθλιότητες τοῦ δημοσίου καί ἰδιωτικοῦ μας βίου ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μέ τήν κατάστασιν αὐτήν.

Ἡ Ἑλληνική ζωή χωρίς τήν σκόνην, ἀφεύκτως θά ἦτο πολύ καλλιτέρα. Τοὐλάχιστον, ὁ μεγαλείτερος φιλόσοφος ποῦ ἔχομεν εἰς τήν Ἑλλάδα, ὁ γειτονικός μου μπαλλωματῆς κ. Ἀριστείδης Μησοκούτελος –ἄλλον τοὐλάχιστον δέν γνωρίζω ἐγώ– ἔδιδε πρό ὀλίγων ἡμερῶν τόν ἑξῆς ὁρισμόν τῆς ζωῆς: «Ἕνα σύννεφο σκόνη, ἀδελφέ μου, γεμάτο καββαλίνα, ὅπου πασπατεύουμε ὅλοι μας, μικροί καί μεγάλοι». Ἐννοεῖται δέ, ὅτι ὁ λαμπρός αὐτός φιλόσοφος ἔδιδεν ἀποκλειστικῶς τόν ὁρισμόν τῆς Ἑλληνικῆς ζωῆς.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἡ ἱστορική ὁμιλία ἤθους τοῦ νέου Προέδρου τῆς Βουλῆς

Εφημερίς Εστία
Τασούλας: Ὄχι στίς γκιλοτίνες διαβολῆς ἤ ἐξοντώσεως τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων

Παράδοση καί Κοινοβουλευτισμός

Μανώλης Κοττάκης
ΔΙΑΠΟΡΟΥΣΕ νωρίς χθές τό πρωί στήν ΕΡΤ ἡ Μαριλένα Κατσίμη εἰς τί συνίσταται αὐτό πού ἡ ἐφημερίδα μας ὀνόμασε «Ὁρκωμοσία πρότυπο γιά Δυτική Δημοκρατία», ἀναφερόμενη βεβαίως στήν τελετή πού διεξήχθη γιά τήν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν τῆς νέας Βουλῆς.

Μερικά πράγματα θέλουν χρόνο…

Δημήτρης Καπράνος
Μόνον ὁ Θεός εἶπε «Γεννηθήτω φῶς» καί ἐγένετο φῶς! Δέν ἔχω ἀκούσει ἄλλη, παρόμοια περίπτωση.

Καταργοῦνται ΣΔΟΕ καί ΣΕΠΕ

Εφημερίς Εστία
Ἐνσωματώνονται στίς νέες δομές τῶν Ὑπουργείων

Ἡ… ἐκδίκησις τῶν γυναικῶν

Πρό 60 ἐτῶν
Δευτέρα, 20 Ἰουλίου 1959