ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019

Η ΝΕΡΟΠΟΝΤΗ

Ἡ προχθεσινή νεροποντή δέν ἐτέθη μόνον, μέ μοναδικήν ταχύτητα καί ζῆλον, εἰς τήν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διά τό τόσον ἐπεῖγον ἔργον τοῦ καθαρισμοῦ δρόμων, ὑπονόμων, οἰκοπέδων, κεραμιδιῶν, τοίχων, αὐλῶν καί σύμπαντος τοῦ σταύλου τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Αὐγείου.

Δέν ἐξετέλεσε μόνον γενικήν μπουγάδαν τῶν ἀπ’ αἰῶνος ἀπλύτων τῆς πρωτευούσης καί τῶν περιχώρων. Δέν παρουσίασε μόνον, ἐντός μιᾶς ἡμέρας, μέ ὄψιν ἀναδυομένης Ἀφροδίτης τήν αἰωνίαν αὐτήν κατσιβέλαν τήν ὀνομαζομένην Ἀθῆναι. Δέν ἔκαμε μόνον τήν ἀτμόσφαιραν κρύσταλλον, τόν οὐρανόν καθρέπτην καί τά δένδρα… πράσινα. Μᾶς ἔδωκε καί θεάματα μοναδικά.

Ἀλλά τό μοναδικώτερον θέαμα τό εἶδαν οἱ γείτονες Φαληρεῖς καί ὅσοι ἔτυχε νά παρευρεθοῦν ἐκεῖ μεταξύ 8-12 πρωϊνῆς. Τά νερά τοῦ Κηφισσοῦ, τά ὁποῖα ἔπνιγαν ἄλλοτε τά Καμίνια καί μετέβαλλαν ὁλόκληρον τό ἁλίπεδον εἰς Βενέτσια σούλ μάρε, ἀπό τήν ὁποίαν δέν ἔλειπαν οὔτε αἱ αὐτοσχέδιοι δογικαί γόνδολαι, ἐξώρμησαν καί πάλιν καί ἐχύθησαν εἰς τήν διώρυγα τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων τῆς Λιμενικῆς, ἡ ὁποία διῶρυξ ἔχει ἀναλάβει, ὡς γνωστόν, νά σώσῃ τόν κόσμον ἀπό νέον κατακλυσμόν καί ὅπως δήποτε ἐκράτησεν ἕως τώρα τήν ὑπόσχεσίν της. Ἀλλά κἄτι ἔκτακτον συνέβη τήν φοράν αὐτήν. Ἡ διῶρυξ, μεταξύ Μοσχάτου καί Φαληρικῆς ἀκτῆς, ζευγνύεται ἀπό δύο-τρεῖς ξύλινες γέφυρες, ποῦ κατά τά τελευταῖα ἔτη δέν εὑρίσκοντο πολύ καλά εἰς τήν ὑγείαν τους. Ἡ μία ἀπ’ αὐτές, παρά τό ἐργοστάσιον τοῦ Ἠλεκτρικοῦ, εἶχε καταρρεύσει κατά τό ἥμισυ καί εἶχε γύρει μονόπαντα, ὡς ξεπλατισμένον θηρίον. ᾙ ἄλλες δύο, ἄν δέν εἶχαν κοψομεσιασθῇ τόσον θλιβερά, ὅσον ἡ ἀδελφή τους, δέν ἐστέκοντο πολύ καλά στά σακατεμένα πόδια τους. Γεμᾶτες τρῦπες καί μπαλώματα, ἐσάλευαν, σάν τό φυλλοκάλαμον, ἐπάνω στά μελαγχολικά νερά. Καί ἐζητοῦσαν τόν Θάνατον, λυτρωτήν τῶν πόνων, ὅπως ἔλεγε καί ὁ παλαιός ποιητής. Ἡ προσευχή των εἰσηκούσθη ἐπί τέλους. Ἡ μανία τοῦ ἀφηνιασμένου νεροῦ τούς ἔβαλε μίαν τρικλοποδιά καί, καθώς δέν ἐχρειάζοντο καί πολύ γιά νά σωριασθοῦν στά ξεχαρβαλωμένα πόδια τους, ἐγκρεμοτσακίσθηκαν καί ᾑ τρεῖς, εἰς τό ἴδιον δευτερόλεπτον, ὡς ἐκ συνθήματος.

Τό τί ἔγεινε τότε δέν περιγράφεται. Ἡ περίφημος διῶρυξ ἔφραξεν ἀποστόμως εἰς τρία διάφορα σημεῖα. Τά νερά ἐξεμάνησαν. Ἐφούσκωσαν, ἐπάφλασαν, ἐρρόχθησαν, ἐξεχείλισαν καί κατέκλυσαν ὅ,τι εὑρῆκαν ἐμπρός τους: Χωράφια, περιβόλια, ἀγρούς, σπίτια, αὐλές, ὑπόγεια. Ταυτοχρόνως τό ρεῦμα κατεγίνετο, μέ ὅλα τά μέσα τῆς ὑδρομηχανικῆς ποῦ διέθετε, νά ξεφράξῃ τόν δρόμον του καί νά τραβήξῃ πρός τά ἐμπρός. Ἐπί τέλους τόν ἐξέφραξε. Καί τότε οἱ εὐτυχεῖς τζαμπατζῆδες τοῦ θεάματος εἶδαν νά κατρακυλοῦν πρός τήν θάλασσαν ξύλα, κούτσουρα, ντοῦγες, παλούκια, εἰς ἕνα δαιμονιῶδες ἀνακάτωμα. […]

Ἀλλά ἡ παράστασις δέν ἐτελείωσεν ἕως ἐδῶ. Εἰς διάστημα μιᾶς ὥρας, ὡς νά εἶχε σημάνει ἔξαφνα συναγερτήριον σάλπισμα, ἡ ἀμμουδιά ὁλόκληρη ἐγέμισεν ἀπό τά πλέον ἑτερόκλητα γένη τῶν ἀνθρώπων. Γέροι, γρῃοῦλες, γυναικοῦλες, παιδιά, ἐφωδιασμένοι μέ τσουβάλια, μέ καλάθια, μέ σχοινιά καί μέ γάντζους ἀκόμη, κατέκλυσαν τήν ἀκτήν. Μετ’ ὀλίγον δέν ἔβλεπε κανείς τίποτε ἄλλο παρά ἀνθρώπινα σχήματα σκυμμένα εἰς τήν ἄμμον καί χειρονομοῦντα μέ ὅλους τούς δυνατούς τρόπους. Εἰς ἔργον ὅλοι! Καί ἐμάζευαν. Τί ἐμάζευαν; Δρυός πεσούσης, πᾶς ἀνήρ ξυλεύεται, λέγει ἡ παροιμία. Ἀλλά καί γεφύρας πεσούσης, πᾶς ἀνήρ κάμνει τό ἴδιον, φαίνεται. Δέν ἐμάζευαν ὅμως μόνον ξύλα, κούτσουρα, καδρόνια, ντοῦγες, ὅπως θά μποροῦσε νά ὑποτεθῇ. Ἐμάζευαν καί φρύγανα, κάρβουνα, φουσκί, πράσινες ἐλῃές, ντομάτες, κόκκινες κολοκύθες καί πᾶσαν ἀγαθωσύνην. Διότι ἡ τρελλή νεροποντή δέν εἶχε ξερριζώσει μόνον τῇς δυστυχισμένες γέφυρες τῆς Λιμενικῆς. Εἶχε κάμει τόν γῦρόν της καί ἀπό τά γειτονικά περιβόλια. Καί, ἐπῆρε μαζῆ της, ὡς νά ἦτο Γερμανοβούλγαρος, ὅ,τι εὑρῆκε μπροστά της. Καί, ἀφοῦ τά ἐπῆρε, τά ἐκατρακύλισε πρός τήν θάλασσαν. Καί τά κύματα τῆς σοροκάδας τά παρέλαβαν. Σαρανταοκτώ ὧρες ἐπέρασαν ἔκτοτε, καί μαζεύουν ἀκόμη. Σήμερα τό πρωί εἶδα ἕνα παιδάκι νά σέρνῃ ἀπό πίσω του ἕνα καδρόνι τρεῖς φορές μεγαλείτερο ἀπό τό μπόι του. Ἔμοιαζε μέ μερμηγκάκι, ποῦ κουβαλεῖ στή φωλῃά του, μέ κόπους καί μόχθους, ἕνα φρύγανο, ὅταν λάμψῃ πάλι ὁ ἥλιος ἐπάνω ἀπό τόν κατακλυσμόν. Καί ἀπό πίσω ἡ μάννα του φορτωμένη μ’ ἕνα δεμάτι ξύλα. Τό τζάκι θά ἀνάψῃ αὐτά τά βράδια. Καί ὁ Ἥλιος ἐπεθεωροῦσε ἀπό ψηλά τό ἔργον τῆς καταστροφῆς καί τό ἔργον τῆς σωτηρίας.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἡμέρες τοῦ 1965-1967 στό Κοινοβούλιο τοῦ 2019!

Εφημερίς Εστία
«Ἀγύρτες», «ἀποστάτες», «αὐλικοί» – Ἐπιστροφή στό χθές καί κατάπτωσις στήν Ὁλομέλεια

Καράβια βγῆκαν στήν στεριά

Μανώλης Κοττάκης
Η ΠΡΩΤΗ ἀνάγνωση τῆς ὁμιλίας Μητσοτάκη κατά τήν χθεσινή συζήτηση στήν Βουλή ἐπί τοῦ αἰτήματος Τσίπρα γιά τήν παροχή ψήφου ἐμπιστοσύνης εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό προφανής:

Ἐπικίνδυνη ἰσορροπία, οἰκτρό σκηνικό

Δημήτρης Καπράνος
Νά μέ συμπαθᾶτε, ἀγαπητοί ἐθνοπατέρες, ἀλλά ἡ εἰκόνα τήν ὁποία παρουσιάζετε, ὡς σύνολο, εἶναι ἐπικίνδυνη καί ἀπογοητευτική.

Φοβοῦνται τό συλλαλητήριο καί κρύβουν τήν ἡμερομηνία!

Εφημερίς Εστία
«Μυστική» ἡ ἡμέρα ψηφίσεως τῶν Πρεσπῶν

Σοβαρόν τό Χούλα-Χούπ;

Πρό 60 ἐτῶν
Παρασκευή, 16 Ἰανουαρίου 1959