Η ΦΡΙΚΤΗ ΠΛΕΚΤΑΝΗ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 25 Μαΐου 1919

Ὁ μυθιστορηματικός τίτλος τῆς μικρᾶς αὐτῆς ἀληθινῆς ἱστορίας, τήν ὁποίαν πρόκειται νά διηγηθῶ, θά δικαιολογηθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐν τῷ μεταξύ ἡ ἱστορία ἀρχίζει μ’ ἕνα ἀδέσποτον παιδάκι, τό ὁποῖον ἕνας πονετικός ὁδηγός τοῦ τράμ περιφέρει ἀπό Νέου Φαλήρου εἰς Παλαιόν καί τἀνάπαλιν, μέ τήν ἐλπίδα ἀνευρέσεως τῶν γονέων του.

Ἔξαφνα, εἰς μίαν στάσιν μεταξύ Διασταυρώσεως καί Παλαιοῦ Φαλήρου, ἐν ᾧ τό παιδάκι, ὀπίσω ἀπό τό κιγκλίδωμα τῆς θύρας τοῦ προσθίου ἐξώστου, ἁπλώνει τά χεράκια του πρός τούς ἀγνώστους, ὄχι καί πολύ δυσηρεστημένον ἀπό τό ἀνέλπιστον ταξεῖδί του, μία σπαρακτική φωνή ἀκούεται ἀπό τό πλῆθος:

– Ἄχ, παιδί μου! Παιδάκι μου!… Καί μία νέα γυναίκα τοῦ λαοῦ ὁρμᾷ πρός τό τράμ. Καί μία θερμή ἀγκάλη ἀνοίγεται πρός τό ἀπολολός πρόβατον. Ἡ μητέρα εἶχεν ἐπανεύρει τό τέκνον της.

Καί ἕως ἐδῶ μέν τά πράγματα δέν ἔχουν τίποτε τό σκοτεινόν καί μυστηριῶδες. Αἱ μητέρες τῶν ἡμερῶν μας χάνουν τά παιδιά τους πολύ συχνότερα παρ’ ὅσον χάνουν τό μαντῆλί τους. Ἀπ’ ἐδῶ κι’ ἐμπρός ὅμως τό μυθιστόρημα εἰσέρχεται εἰς τήν κυρίαν του πλοκήν.

Ἡ μητέρα τά βάζει μέ τόν ὁδηγόν τοῦ τράμ καί, ἀντί νά τόν εὐχαριστήσῃ διά τήν στοργήν, μέ τήν ὁποίαν περισυνέλεξε τό ἔκθετόν της, τοῦ ζητεῖ καί τά ρέστα.

– Γιατί μοῦ πῆρες τό παιδί μου; Τί θέλει τό παιδί μου ἀπάνω στό τράμ; Ποῦ τό πᾷς τό παιδί μου;

Ὁ δυστυχής ὁδηγός τά χάνει.

– Ἐγώ τό παιδί σου; Τί νά τό πάρω νά τό κάνω, κυρά μου; Δέν μέ φτάνουν τά δικά μου;

Καί ἐξηγεῖ, ὅτι εὑρῆκε τό παιδί ἔρημον ἐπάνω εἰς τήν γραμμήν, κινδυνεῦον νά καταπλακωθῇ, καί τό περισυνέλεξεν, ἀναζητῶν μεταξύ τῶν ἐπιβατῶν τούς γονεῖς του, μέ τήν ὑπόθεσιν ὅτι τό εἶχαν χάσει κατά τήν ἐπιβίβασιν εἰς κἄποιον σταθμόν.

– Μέ συγχωρεῖς! διαμαρτύρεται ἡ μητέρα. Τό παιδί μου δέν ἤτανε ἔρημο. Ἤτανε μέ τόν πεθερό μου καί τήν πεθερά μου. Κ’ ἔπαιζε ἐδῶ κοντά. Ἔπαιζε τό καϋμένο! Δέν ἤτανε καμμιά ἀνάγκη νά τό πάρῃς ἐσύ! Εἶχε τούς δικούς του!

Τά πεθερικά –ἕνας γέρος καί μιά γρῃά– ἐπιβεβαίωναν ἐκεῖ κοντά διά σχημάτων τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ἀλλά ὁ ὁδηγός ἀνεγνώρισε τόν γέρον.

– Βρέ γέρο, δέν ἤσουνα ἐσύ, ποῦ σ’ ἀρώτησα ποιανοῦ εἶνε τό παιδί καί μοῦ εἶπες πῶς δέν ξέρεις;

– Λάθος κάνεις… εἶπε μασσημένα ὁ γέρος. Ποῦ σέ εἶδα ἐγώ ὁ κακομοίρης; Ἄν σ’ ἔβλεπα…

Ὁ ὁδηγός ἔχασε τήν ὑπομονήν του:
– Βρέ παλῃόγερο, ἐσύ δέν ἤσουνα ἐδῶ πέρα, μαζῆ μέ τήν γρῃά, ὅταν ’πῆρα τό παιδί; Δέν σᾶς ρώτησα; Τί μου καμώνεσθε τώρα;

– Τί εἶνε τοῦτα ποῦ λές, καϋμένε; Δέν ντρέπεσαι λιγάκι; ἐπενέβη καί ἡ μητέρα, κρατοῦσα πλέον τό σπλάγχνον της εἰς τάς ἀγκάλας της. Ὁ παπποῦς τοῦ παιδιοῦ θά σοὔλεγε πῶς δέν τό ξέρει; Ντροπή σου!

Καί δεινή λογομαχία ἐπηκολούθησεν, εἰς τήν ὁποίαν ἔθεσε τέρμα ἡ σάλπιγξ τοῦ εἰσπράκτορος, σημάνασα τήν ἀναχώρησιν.

Τί ἐνοήσατε τώρα ἀπό ὅλην αὐτήν τήν σκοτεινήν ἱστορίαν; Τίποτε, ὑποθέτω. Γνωστότατος κύριος, ἐν τούτοις, καί ἐκ τῶν εὐφυεστέρων Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος μοῦ διηγήθη τό μυθιστόρημα μέ τήν αὐθεντίαν τοῦ αὐτόπτου μάρτυρος, ἔδωκε μίαν ἐξήγησιν, ἡ ὁποία φαίνεται καί ἡ πιθανωτέρα:

– Ἁπλούστατα, φίλε μου! Τά τρομερά αὐτά πεθερικά, τά ὁποῖα προφανῶς δέν ἐχώνευαν τήν νύφη του, ἐζητοῦσαν νά βροῦν τρόπον νά τήν δυσφημίσουν εἰς τόν ἄνδρα της. Καί τόν εὑρῆκαν. Τό παιδί θά ἐθεωρεῖτο χαμένο, χωρίς νά διατρέχῃ καί κανένα κίνδυνον. Τό βράδυ ὁ πατέρας ἐπιστρέφων θά ἐμάνθανε τήν τρομεράν εἴδησιν. Θά τά ἔβαζε, φυσικά, μέ τήν γυναῖκά του. Καί τότε τά πεθερικά θά εὕρισκαν τρόπον νά χύσουν τό δηλητήριόν τους. «Τέτοια ξεμυαλισμένη, ποῦ πῆρες, παιδί μου, αὐτά νά περιμένῃς καί χειρότερα!…» Ἄλλη ἐξήγησις δέν χωρεῖ.

Καί πράγματι δέν χωρεῖ. Πρόκειται, ἁπλούστατα, περί μιᾶς «φρικτῆς πλεκτάνης», μέ τήν ὁποίαν θά ἔκαμνε τήν τύχην του ἕνας μυθιστοριογράφος τοῦ καλοῦ παλαιοῦ καιροῦ.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Σύγκρουσις εἰσαγγελέων γιά τήν Novartis

Εφημερίς Εστία
Ἡ ἀντίδρασις τῆς ΝΔ καί τοῦ Ἀντώνη Σαμαρᾶ

Δήμαρχοι μέ ὑπερεξουσίες ἀντίδοτο στήν ἁπλή ἀναλογική

Εφημερίς Εστία
Τί εἰσηγήσεις μελετᾶ ὁ Πρόεδρος τῆς ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης

Ἔβερτ: Γυναίκα τῆς δεκαετίας

Μανώλης Κοττάκης
Η ΠΡΩΤΗ σκέψη πού ἔκανα ὅταν ἄκουσα χθές στό ραδιόφωνο ὅτι ὁ Γιῶργος-Μιλτιάδης Ἀλβέρτης, υἱός τῆς Ἀλεξίας Ἔβερτ, τραυματίστηκε ἐλαφρά σέ τροχαῖο ἀτύχημα στήν παραλιακή, ἦταν: «Ἐπιτέλους, πότε θά χαμογελάσει ἡ τύχη σέ αὐτήν τήν γυναίκα καί σέ αὐτή τήν οἰκογένεια; Πόσες λαχτάρες πρέπει νά ζήσει στήν ζωή της;».

Ἡ πρεσβεία τῶν ΗΠΑ ἐπιπλήττει τόν Σημίτη

Εφημερίς Εστία
Παρέθεσε παραποιημένες δηλώσεις τοῦ Πάυατ

Ὁ ἔμπορος καί λογοτέχνης Γιάννης Σωτηρίου

Δημήτρης Καπράνος
Ὁ Γιάννης Σωτηρίου, πού ἔφυγε ἀθόρυβα ἀπό τόν μάταιο αὐτό κόσμο, πλήρης ἡμερῶν, ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς ἐπιφανέστερους ἐμπόρους καί λογίους τοῦ Πειραιῶς.