ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΕΙΣ ΚΑΡΠΟΙ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 30 Μαρτίου 1919

Δύο ἄγνωστοί μου ἐστέτ ἐσυζητοῦσαν εἰς τό γειτονικόν τραπέζι τό ἑξῆς σπουδαιότατον θέμα: Ἤθελαν νά εὕρουν, ἀπό ἀπόψεως αἰσθητικῆς καί γαστρονομικῆς, ποῖον εἶνε τό τελειότερον θῆλυ. Τό καλοκαιρινόν ἤ τό χειμωνιάτικον; Ὁ λόγος ἦτο, φυσικά, περί τῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως τοῦ θήλεως, μέ ἄλλους λόγους δηλαδή περί τῆς φλούδας τοῦ καρποῦ. Μή ἔχων τίποτε πρακτικώτερον νά κάμω, ὁμολογῶ ὅτι παρηκολούθησα τήν συζήτησιν τῶν δύο ἀνθρώπων, μέ ὅλον τό ἐνδιαφέρον τοῦ ὁποίου ἦσαν ἄξιοι καί αὐτοί καί τό θέμα των. Καί, μετά τάς θεωρητικάς ἐξετάσεις, τάς ὁποίας ἔδωκαν, χωρίς νά τό μαντεύουν, ἐνώπιόν μου, τούς ἀπένειμα νοερῶς τόν βαθμόν «ἄριστα» καί τούς εὐχήθηκα ὁμοίαν εὐδοκίμησιν καί εἰς τόν πρακτικόν βίον.

Δυστυχῶς, δέν ἠμπόρεσα νά συγκρατήσω ὅλην τήν μακράν καί ἐμπεριστατωμένην συζήτησιν τοῦ γυναικολογικοῦ αὐτοῦ φροντιστηρίου. Ἐφωνογράφησα ὅμως ὁπωσδήποτε τά κυριώτερα σημεῖα τοῦ διαλόγου, τά ὁποῖα καί προσφέρω εἰς τούς ἀναγνώστας μου.

– Μήν ἐπιμένεις, φίλε μου! Ἡ ἰδεώδης γυναίκα εἶνε ἡ καλοκαιρινή. Κύτταξε, σέ παρακαλῶ, αὐτό τό πρώιμον καλοκαιρινόν θαῦμα, πού περνᾷ ἐμπρός μας.

Ἦτο τυλιγμένον ἕως χθές μέσα εἰς ἕνα παχύτατον φλοῦδι, ὅπως ἕνα ὡραῖον χυμῶδες καί σπάνιον ἑσπεριδοειδές.

– Μίαν φλούδαν χρυσῆν ὅμως, τήν ὁποίαν ἔψαλεν ὁ Γκαῖτε εἰς τό τραγοῦδι τῆς Μινιόν.

– Ἀδιάφορον! Μίαν φλούδαν πάντοτε, μεσολαβοῦσαν μεταξύ τῶν χυμῶν του καί τῶν χειλέων μας. Ἐφοροῦσε χονδρήν καί ἀδιαφανῆ φούσταν, ἐφοροῦσεν αὐστηροτάτην ζακέτταν, ἐφοροῦσεν ἀκόμη γουναρικά γύρω ἀπό τόν λαιμόν. Καί, ἄν ἄφινε κἄτι ἐλεύθερον κάτω ἀπό τόν λαιμόν καί κἄτι ἐλεύθερον ἐπάνω ἀπό τῇς ψηλές μπότες, τό εἴχαμεν συνηθίσει τόσον, ὥστε νά μᾶς φαίνεται πάρα πολύ ὀλίγον καί ἀσήμαντον.

– Ἐνῷ τώρα;

– Τώρα ὁ καρπός ἐξεφλουδίσθη.

– Νομίζεις ὅτι ἐξεφλουδίσθη; Περί αὐτοῦ πρόκειται. Μένει πάντοτε ἕνα φλοῦδι, ἀρκετόν ὥστε θά μᾶς χωρίζῃ ἀπό τούς χυμούς του.

– Ἕνα φλοῦδι! Ἀλλά εἶσαι ἀστεῖος, φίλε μου. Ἄς ἐπανέλθωμεν εἰς τήν λαμπράν παρομοίωσιν τοῦ ἑσπεριδοειδοῦς. Ἐξεφλουδίσατε τό πορτοκάλι σας. Μένει ἀκόμη μία λεπτή μεμβράνη, ποῦ σᾶς χωρίζει ἀπό τήν ἐξαισίαν του οὐσίαν. Ἀλλά ἡ μεμβράνη αὐτή ἀκριβῶς εἶνε τό μέγα θέλγητρον. Ἄν τήν ἀποσπάσετε καί αὐτήν, θά εὑρεθῆτε πλέον ἐμπρός εἰς τήν γευστικήν πραγματικότητα. Ἐτελείωσεν! Ἡ μεμβράνη αὐτή εἶνε τό ἀκρότατον καί ἀσύλληπτον ὅριον, ποῦ μεσολαβεῖ μεταξύ ἰδανικοῦ καί πραγματικότητος. Εἶνε ἡ ἀρχή τοῦ τέλους καί τό τέλος τῆς ἀρχῆς. Ἡ μεμβράνη αὐτή εἶνε τά ἅγια τῶν ἁγίων του ὑψηλοτέρου ἡδονισμοῦ.

– Ἐπιμένεις λοιπόν εἰς τήν αἰσθητικήν τῆς περιττῆς αὐτῆς μπατίστας;

– Ἀλλά, φίλε μου! Εἴπαμεν ὅτι εἶνε τό διαφανές, τό σχεδόν ἀνύπαρκτον, φλοῦδι, ποῦ χωρίζει τόν χυμόν τοῦ πορτοκαλιοῦ ἀπό τά χείλη μας. Ἀλλά ὁ χρυσός χυμός φαίνεται πλέον, τόν βλέπομεν νά κυκλοφορῇ, εἶνε ἕτοιμος νά πεταχθῇ ἔξω μ’ ἕνα κέντημα βελόνης. Αἰσθανόμεθα σχεδόν τήν ξυνόγλυκην γεῦσίν του. Εἶνε τό πᾶν! Ἐνῷ ἐσύ ἐπιμένεις εἰς τό ἀπόλυτον γυμνόν. Φρίκη!

Τήν στιγμήν ἐκείνην ἐπέρασεν ἐμπρός ἀπό τούς δύο συζητητάς ἕνας καθυστερημένος χειμερινός καρπός, κρυμμένος ἀκόμη κάτω ἀπό τήν παχυτάτην του φλοῦδαν, κάτω ἀπό πλατειά, ἀδιαφανῆ ὑφάσματα καί γουναρικά, προστατεύοντα κἄποιο σιβυλλικόν μυστήριον, ἀπρόσιτον εἰς τούς ἀμυήτους.

Ὁ δεύτερος συζητητής ἅρπαξε τήν παρερχομένην θελκτικήν εὐκαιρίαν καί ἔδωκε τήν ἀπάντησίν του εἰς τόν πρῶτον.

– Ὄχι, κύριε! Δέν ἐπιμένω εἰς τό ἀπόλυτον γυμνόν, κύριε! Τό σαφές ἠμπορεῖ νά εἶνε σοφόν. Ἀλλά εἶμαι ἀρκετά ποιητής, ὥστε νά μή ζητῶ οὔτε τό σοφόν οὔτε τό σαφές. Τό ἀφήνω εἰς τούς θετικούς φιλοσόφους καί εἰς τούς ὑπερθετικούς καί παρακειμένους συζύγους. Ἐκεῖνο ποῦ ζητῶ ἀκριβῶς εἶνε τό ἀντίθετον ἐκείνου ποῦ ἐζητοῦσεν, ἀποθνῄσκων, ὁ Γκαῖτε. Περισσότερον σκότος! δηλαδή. Περισσότερον σκότος! Καί νά ψηλαφῶ μέσα εἰς αὐτό μέ τήν λαμπάδα τῆς φαντασίας μου, φωτίζουσαν διαδοχικῶς τά πλούσια ἐρέβη.

– Βάδιζε λοιπόν καί ψηλάφει!

– Αὐτό ἀκριβῶς κάμνω. Εἶμαι ψυχή βορείου, πλασμένη διά τό μυστήριον, τό σύμβολον, τόν ὑπαινιγμόν. Εἶμαι ἕνας πολίτης τῶν Βαλπουργείων νυκτῶν. Ἐσύ εἶσαι μία ψυχή Ἀττική, πλασμένη διά τό φῶς, τήν κλασικότητα, τήν διαφάνειαν τῶν πέπλων ποῦ σκεπάζουν τά μαρμάρινα ἀνάγλυφα τῶν μουσείων μας. Εἶσαι ἕνας πολίτης τῶν Ἠλυσίων. Δέν θά συμφωνήσωμεν ποτέ. […]

Καί, πράγματι, δέν ἐσυμφώνησαν. Αὐτό ἐννοεῖται, δέν μετέβαλε τίποτε εἰς τήν τάξιν τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, ὅπου πάντοτε, ὡς γνωστόν, μία φέτα πορτοκαλιοῦ ὑπό τόν οὐρανίσκον μας ἀξίζει περισσότερον ἀπό ἕνα τόμον φιλοσοφίας περί τῶν ἑσπεριδοειδῶν καρπῶν.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἡ συναλλαγή Ἀνδρέα – Φλωράκη γιά τό Εἰδικό Δικαστήριο

Εφημερίς Εστία
«Ἀνάλαβε τήν πολιτική εὐθύνη, καί ἐμεῖς…» – Ἀποκαλύψεις Νέστορος γιά τό θυελλῶδες 1989

Ἐρασιτέχνες διαπλεκόμενοι

Μανώλης Κοττάκης
ΗΤΑΝ ἀρκούντως ἀποκαλυπτική ἡ συνέντευξη τοῦ ἐπιχειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη στόν Νῖκο Χατζηνικολάου.

Αἰχμές Παυλόπουλου κατά μαφίας φυλακῶν

Εφημερίς Εστία
Μάθημα δικαιοσύνης γιά δικηγόρους

Ἐκεῖνες οἱ ὄμορφες ἅγιες ἡμέρες…

Δημήτρης Καπράνος
Περίμενα πάντα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα μέ ἕνα συναίσθημα πού δέν μπόρεσα ποτέ νά προσδιορίσω. Ἦταν περίεργο.

ΑΣΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ

Παύλος Νιρβάνας
Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 20 Ἀπριλίου 1919